Μαϊος 24, 2024

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

Φωτεινή Τσιτσώνη-Καβάγια: ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΑ…ΣΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ

 

 

 «…Το ανώτατο, που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, δεν είναι η γνώση, μήτε η αρετή, μήτε η καλοσύνη, μήτε η νίκη, μα κάτι πιο υψηλό, πιο ηρωικό, κι αυτό, είναι το δέος, το δέος για το θείο…». Αυτά είπε ο Νίκος Καζαντζάκης, στο μυθιστόρημά του, «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά».

  Δέος για το θείο πραγματικά αισθάνεσαι, καθόν χρόνο ζεις τη Μ. Εβδομάδα, μες στην καρδιά της άνοιξης, παρακολουθώντας τις κατανυκτικές βραδινές ακολουθίες του Νυμφίου και των Παθών, ζώντας τα γεγονότα της πορείας του Ιησού, του Ελκόμενου προς το πάθος, το Γολγοθά και τη Σταύρωση, ώσπου, να ακολουθήσει η χαρά της Ανάστασης! Κι όλα αυτά σου φέρνουν στο νου, εικόνες παιδικές, που, σου ξυπνούν αναμνήσεις, με Εκκλησιές τυλιγμένες λες, μέσα σε χρώματα μαβιά, πένθιμα, μέσα σε  ευωδιές του θυμιάματος, που η μυρωδιά του  άγγιζε του Θεού το θρόνο, γεμάτες από πιστούς, και ένα σωρό από  μεγαλοβδομαδιάτικες αναμνήσεις και έθιμα, που τα περισσότερα από αυτά κρατούν οι άνθρωποι στα χωριά, ακόμα και σήμερα  με σεβασμό!

  Δέος για το θείο, επικρατούσε στο παλιό Μεσολόγγι, που  με το έμπα της Μ. Εβδομάδας, άρχιζε η καθαριότητα των σπιτιών, με το ασβέστωμα, καθώς και η καθαριότητα των στάβλων, των κοτετσιών, αν υπήρχαν, των αυλών! Έπρεπε, όλα να είναι καθαρά και μοσχοβολημένα,  όπως και των ανθρώπων οι ψυχές, για να υποδεχτούν την Ανάσταση, και ο Αναστημένος Κύριος, να τα’ βρισκε όλα τακτοποιημένα!

  Οι ψαράδες, καθάριζαν, μπογιάτιζαν κι επισκεύαζαν τις βάρκες τους, μην κατέβει ο Ιησούς στ’ ακροθαλάσσι, να τις βρει όμορφες και να τις ευλογήσει! Κι όλα αυτά, γιατί πίστευαν πως ο Χριστός, αγαπάει τους ψαράδες, αφού και οι περισσότεροι μαθητές του, ψαράδες ήταν!

  Κι ύστερα, περίμεναν όλοι, το Ευχέλαιο της Μ.Τετάρτης, με το αγιασμένο λάδι, που διώχνει τις αρρώστιες, και εξαγνίζει τον άνθρωπο, για να ακολουθήσουν στη συνέχεια, τα δρώμενα της Μ. Πέμπτης, που οι Εκκλησιές ντύνονταν στα μαύρα, ενώ, με τις πύλες ορθάνοιχτες δέχονταν τους πιστούς, που πήγαιναν να προσκυνήσουν τα Πάθη και τη Σταύρωση, γονατίζοντας μπροστά στο θεϊκό μαρτύριο, με βαθύτατη θρησκευτικότητα!

  Απ’το ξημέρωμα της μέρας αυτής, οι γυναίκες, έπρεπε με την πρωινή δροσιά, να μαζέψουν τα  λουλούδια της άνοιξης, τα «Σταυρολούλουδα», που μ’ αυτά, οι ανύπαντρες κοπέλες, το βράδυ, μετά το πέρας της Ακολουθίας, θα παρέμεναν στις Εκκλησιές, για να στολίσουν τον Επιτάφιο.

  Απ’το ξημέρωμα ακόμα της μέρας αυτής, οι άντρες, έπρεπε να πάνε για κόψιμο ξύλων, που μ’αυτά, θα άναβαν τις φωτιές, για το ψήσιμο του πασχαλινού αρνιού, προσέχοντας μην κόψουν ξύλο λοιδοριάς (είδος θάμνου, που προσομοιάζει με το πουρνάρι), που θεωρούνταν καταραμένο! Και γιατί; Η παράδοση λέει, πως, όταν τα δέντρα έμαθαν, πως οι Εβραίοι θα σταύρωναν το Χριστό, συνάχτηκαν όλα μαζί να συζητήσουν, και αποφάσισαν να μη δώσουν το ξύλο τους, για να φτιάξουν το Σταυρό. Μα, όπως μέσα στους Δώδεκα Αποστόλους βρέθηκε ο προδότης Ιούδας, έτσι, και μέσα στα δέντρα, βρέθηκε η προδότρα Λοιδοριά, που είπε, πως, αν πρέπει ο Χριστός να σταυρωθεί, αυτό να γίνει! Τα άλλα δέντρα προσπάθησαν να της αλλάξουν γνώμη, αλλά αυτή τίποτα… Τότε την αναθεμάτισαν και τη θεώρησαν καταραμένη για την προδοσία της…

  Και, όταν οι Εβραίοι, προσπάθησαν να φτιάξουν το Σταυρό, από οποιοδήποτε δέντρο επιχειρούσαν, δεν μπορούσαν, γιατί, το ξύλο του έσπαζε, τριβόταν και δεν πελεκιόταν. Μόνο η Λοιδοριά δεν τους αντιστάθηκε κι έτσι το Σταυρό τον έκαναν από το δικό της ξύλο. Κι από τότε, θεωρούνταν, δέντρο, όντας καταραμένο, με φύλλα ζαρωμένα και κλαδιά στριμμένα. Κάποτε όμως, λέει ακόμα η παράδοση, ο Χριστός τη λυπήθηκε, της έδωσε την ευλογία του, ώστε να μην τινάζει τα φύλλα της και το χειμώνα να έχει πράσινη φυλλωσιά, για να μην κρυώνει! Ύστερα, συνεχίζει ακόμη, τη λυπήθηκε και η Παναγία, και την ευλόγησε κι αυτή, και της ευχήθηκε, να βγάζει λουλουδάκια ροζ, που μοιάζουν με αυτά της Πασχαλιάς, και να ομορφύνει! Και έτσι κι έγινε!

  Αλλά η Μ.Πέμπτη, ήταν και η μέρα του βαψίματος των αβγών. Το κόκκινο πασχαλινό αβγό, κρύβει μέσα του μεγάλη θαυματουργική δύναμη, κρύβει και τη ζωή, γι’ αυτό, έβαζαν στα εικονίσματα του σπιτιού ένα κόκκινο αβγό, που το είχαν πάει στην Εκκλησία, να διαβαστεί τη νύχτα της Ανάστασης, και το άφηναν  εκεί όλο το χρόνο, για να έχουν  το σπιτικό και οι άνθρωποί του, χαρά και ευτυχία. Μάλιστα, οι αγρότες, μάζευαν και  τα τσόφλια των κόκκινων  αβγών και τα έθαβαν στην άκρη των χωραφιών τους, για την καλή σοδειά, αλλά και την προφύλαξη των καλλιεργειών  τους από τις νεροποντές και τις καταστροφές! Το κόκκινο χρώμα των αβγών, συμβολίζει τη χαρά, αφού το κόκκινο είναι της χαράς το χρώμα, είναι όμως και χρώμα αποτρεπτικό, απομακρύνοντας κάθε κακό από το σπίτι, γι’ αυτό πάλι με το ξημέρωμα της Μ.Πέμπτης, πολλές νοικοκυρές κρεμούσαν στα παράθυρα και στα μπαλκόνια των σπιτιών, κόκκινα πανιά ή κόκκινες κουβέρτες, για να διώξουν κάθε κακό μακριά… Μια παράδοση αναφέρει πως, όταν αναστήθηκε ο Χριστός, οι μαθητές του συνάντησαν στο δρόμο τους μια γριούλα, που δεν πίστεψε αυτό που της είπαν, πως, δηλ. ο Χριστός αναστήθηκε και αυτή τους είπε, πως, μόνο όταν τα αβγά που κρατούσε στο καλάθι της κοκκινίσουν, τότε και μόνο θα το πιστέψει, και, έτσι κι έγινε! Γι’ αυτό βάφουμε τα αβγά κόκκινα, και ακόμη, λέγεται, πως, οι σταγόνες του αίματος, που έπεσαν από το Χριστό στη γη, από το Σταυρό Του, έγιναν λουλουδάκια, οι παπαρούνες!

  Έξω απ’ τις Εκκλησιές, το βράδυ της Μ.Πέμπτης, έβλεπες φωτιές αναμμένες, που τις έκαιγαν «με κληματόξυλα, σανίδια, παλιά παραθυρόφυλλα και σαπιόβαρκες», που συμβόλιζαν τη φωτιά, που είχαν ανάψει έξω από το Δικαστήριο του Χριστού. Και το καλύτερο απ’όλα, ήταν, που,σαν ερχόταν η ώρα του 12ου Ευαγγελίου, έτρεχαν όλοι στον Άγιο Παντελεήμονα, όπου, συγκλονισμένοι, άκουγαν την  ανάγνωσή του, από τον εφημέριο, παπα-Γιώργη Κουτσογιάννη. 

  Κι ύστερα…το κορύφωμα του Πάθους, της Μ.Παρασκευής, με της Παναγιάς το Μοιρολόι: «Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα… Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται….». Παντού θλίψη! Στα σπίτια δεν έμπαινε χύτρα στη φωτιά, ούτε στρωνόταν  τραπέζι. Οι καμπάνες χτυπούσαν  πένθιμα, ψάλλονταν οι Ώρες, γινόταν  η Αποκαθήλωση, και στον Επιτάφιο ψαλλόταν  τα Εγκώμια: Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, ΑΙ ΓΕΝΕΑΙ ΠΑΣΑΙ…Όλες οι Εκκλησιές, στόλιζαν τους δικούς τους Επιταφίους, απ’ τους οποίους ντυμένοι με τα καλά τους, θα περνούσαν  όλοι οι Μεσολογγίτες να προσκυνήσουν, του  Αγίου Παντελεήμονος, της Αγίας Παρασκευής, του Αγίου Σπυρίδωνος, και των άλλων Εκκλησιών, με ιδιαίτερα ξεχωριστό απ’ όλους, τον Επιτάφιο της Εκκλησίας της Παναγιάς, της Κοίμησης της Θεοτόκου, του Αιτωλικού, έναν Επιτάφιο, ιστορικό, μοναδικό, ανεκτίμητης καλλιτεχνικής και θρησκευτικής αξίας, έργο του 12ου αι., κεντημένο από τρεις παρθένες, με χρυσά, μεταλλικά και μεταξωτά νήματα, που, αμέσως, μόλις τέλειωσαν το έργο τους, πέθαναν. Το 1183μ.Χ., επί αυτοκρ. Βυζαντίου, Ανδρονίκου, ο ανεψιός του, Άγγελος Κομνηνός, κατηγορούμενος ως ιερόσυλος, επειδή είχε υφαρπάξει από την Εκκλησία, τρία ιερά κειμήλια, βρέθηκε κυνηγημένος στην Παραμυθιά, στα Άγραφα, όπου από τον εκεί Μητροπολίτη χειροτονήθηκε Διάκονος, με το όνομα Ιννοκέντιος, και μετά, αναζητώντας προστασία σε μοναστήρι του Θέρμου, κατέληξε, στην Έξω Χώρα της περιοχής του Ανατολικού, δηλ. στο Κεφαλόβρυσο, όπου και παρέμεινε. Όταν όμως πέθανε ο Ανδρόνικος, ο Κομνηνός, κλήθηκε στο Βυζάντιο, να τον αντικαταστήσει ως αυτοκράτορας και, αποδεχόμενος την πρόσκληση, και, φεύγοντας, άφησε τα κειμήλια που είχε μαζί του ως δώρο στην Εκκλησία του Αιτωλικού, που ύστερα από περιπέτειες πολλών  χρόνων, έγιναν κτήμα της!

  Και ακολοθούσε το βράδυ της Μ.Παρασκευής, η περιφορά των ανθοστόλιστων Επιταφίων, ενώ, ο αέρας σκόρπιζε  γύρω του, τον απόηχο των αργών ψαλμών ιερέων και ψαλτάδων, και τα πένθιμα καμπανίσματα των Εκκλησιών! Και, μέσα στα μνήματα, εκεί στον Κήπο των Ηρώων, ακούγονταν επιμνημόσυνες δεήσεις, ψάλλονταν τροπάρια και τρισάγια, για τις ψυχές των Ελεύθερων Πολιορκημένων, καθώς περνούσε απ’ τα μνήματα ο Επιτάφιος της Αγίας Παρασκευής, κι όλοι έτρεχαν μετά να προλάβουν, να ακούσουν στην κλειστή πόρτα της Εκκλησίας το «άρατε πύλας οι άρχοντες ημών…και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης…».

  Και το Μ.Σάββατο, τους έφερνε τη χαρά της αναστάσιμης θείας Λειτουργίας το βράδυ, το τσούγκρισμα των κόκκινων αβγών, τις ευχές, το πασχαλιάτικο τραπέζι με τη μαγειρίτσα, ενώ, με το ξημέρωμα της Λαμπρής, όλα έλαμπαν. Όλες οι γειτονιές, έσφυζαν από ζωντάνια. Παντού πρόσωπα γελαστά, και χαρούμενα ξεφωνητά, ευχές, «ΧριστόςΑνέστη», « Αληθώς!», μεζέδες, αρνιά στις σούβλες, κρασί, παραδοσιακοί χοροί, γλέντι! Και το δειλινό, σαν σήμαινε το σήμαντρο του Εσπερινού της Αγάπης, όλοι, «λαμπροντυμένοι», με τις λαμπριάτικες λαμπάδες τους αναμμένες, στον Κήπο των Ηρώων, να ακούσουν σε διαφορετικές γλώσσες το Ευαγγέλιο της Αγάπης! Καλή Ανάσταση!