Ιουνίου 17, 2024

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

Φωτεινή Τσιτσώνη-Καβάγια: ΜΝΗΜΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ

 

 

  Μέσα του 15ου αι. μ. Χ. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία, που είχε γεμίσει με φως το μεσαίωνα της Ευρώπης, γέρνει τώρα στη δύση της. Επί χίλια χρόνια στάθηκε το ακατάλυτο φράγμα, που πάνω του έσπαζαν τα κύματα των βαρβάρων, η κοιτίδα  ενός μεγάλου πολιτισμού.

  Μα τώρα, σημαίνει πια το τέλος! Η άλλοτε κοσμοκράτειρα, δεν είναι,  παρά  μια πολιτεία, με λίγα κάστρα τριγύρω της. Μια γωνιά της Θράκης. Λίγα νησιά στο Αιγαίο και η Πελοπόννησος με το Δεσποτάτο του Μυστρά  αναγνωρίζουν ακόμα την κυριαρχία της. Κι αντίκρυ  σ’ αυτά ένα Ισλάμ πανίσχυρο και οι Οθωμανοί,  με το φανατισμό της θρησκείας τους, οι πιο τρομεροί από τους εχθρούς, που απείλησαν ποτέ το Βυζάντιο!

  Στην Κωνσταντινούπολη βασιλεύει η δυναστεία των Παλαιολόγων, που προσπαθεί αυτόν τον καιρό να κρατήσει αδούλωτο με κάθε θυσία το «διαμάντι της Γης», την Πόλη, την  πόλη αυτή, τη  χιλιοτραγουδισμένη, ανάμεσα Ασίας και Ευρώπης, που και σήμερα ακόμη οι φωτογραφικές μηχανές, τα φωτογραφικά φιλμς,  δεν μπορούν να αποτυπώσουν την ομορφιά και τη δόξα της, την πόλη, που  στάθηκε αγέρωχη για αιώνες ανάμεσα στον Κεράτιο, τον  Μαρμαρά, στο  Βόσπορο και στον Εύξεινο, θυμίζοντας στον περιηγητή τη λαμπρή ιστορία της στο διάβα των χρόνων, το λαμπρό παρελθόν της!

    Κι όλοι εμείς, οι περιηγητές του σήμερα, συνειδητοί κοινωνοί του ενεστώτος χρόνου, θα θαυμάσουμε, σαν βρεθούμε εκεί,  το πηγαινέλα των πλοίων της, στις ακτές του Βοσπόρου. Θα χαζέψουμε μια πόλη, που υπήρξε, οικονομικό και στρατηγικό κλειδί δυο ηπείρων, Ευρώπης και Ασίας, στο σημείο όπου σμίγουν η Δύση με την Ανατολή, εκεί, όπου, από τα παλιά χρόνια (7ος αι. π.Χ.), ήταν η «χώρα των τυφλών». Εκεί, όπου, άποικοι από τα Μέγαρα, οδηγημένοι από χρησμό, πήγαν κι έχτισαν το Βυζάντιο, το ξακουστό, που,  με την πάροδο των χρόνων, έγινε  ο άγρυπνος φρουρός της περιοχής, που κρατούσε τα κλειδιά των πυλών, Ανατολής, Δύσης, Βορρά και  Νότου, ένα διαμάντι λαμπερό, στολίδι του κόσμου, από τα μυθικά εκείνα χρόνια, αφού, είχαν συγκεντρωθεί εκεί, όλοι οι θρύλοι και οι παραδόσεις του Ελληνισμού: Χρυσόμαλλο δέρμα, Αργοναυτική εκστρατεία, Συμπληγάδες πέτρες,. Πολλοί λαοί ζήλεψαν τα κάλλη του τόπου αυτού, του ευλογημένου από το Θεό, τους  θησαυρούς της γης του, τη θέση του, τη μοναδική και προνομιούχο, αλλά, και το μεγάλο πολιτισμό που ανέπτυξαν οι Έλληνες εκεί, όμως, το Βυζάντιο απόρθητο, κρατούσε καλά την ταυτότητά του!

  Κι ήταν η βουλή του Θεού, που οδήγησε αρχικά το καθαρό μάτι της ψυχής του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, να διαλέξει τούτον  τον τόπο, τον καλύτερο, για πρωτεύουσα του νέου τότε κόσμου. Και χάρη τι Θεού, έγινε η ελληνική, του κόσμου η Βασιλεύουσα, η Πόλη, και το 325 μ.Χ., χαράσσονται από τον ίδιο το βασιλιά, τα σύνορά της, και γίνεται η Νέα Ρώμη, η Κωνσταντίνου Πόλη, η Κωνσταντινούπολη, η Ανθούσα.

  Και στις 11 Μαϊου του 330 μ.Χ. τελούνται με ξεχωριστή λαμπρότητα τα εγκαίνιά της, κι ο βασιλιάς την προσφέρει  τιμητικά στην Υπεραγία Θεοτόκο, την Υπέρμαχο Στρατηγό  κι Εκείνη θα την προστατέψει για χίλια και πλέον έτη.

  Κι ήταν αυτός, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, και η μητέρα του η μετέπειτα Αγία Ελένη, που, άλλαξαν με το έργο τους και την ακλόνητη πίστη τους στο χριστιανισμό, την παγκόσμια ιστορία και την ιστορία τότε  της Ευρώπης. ΄Ηταν αυτοί, που εδραίωσαν τη χριστιανική Εκκλησία, και σταθεροποίησαν τη χριστιανοσύνη, με το Διάταγμα των Μεδιολάνων του 313 μ.Χ., με την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο του 325, στη Νίκαια της Βιθυνίας, με τη μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, καθώς, και με την εύρεση του Τιμίου Σταυρού και την ανάδειξη των Πανάγιων Προσκυνημάτων.

  Κι είναι πράγματι, ολόκληρη η πόλη αυτή σήμερα, ένα μνημείο, που σου φέρνει μνήμες από το παρελθόν, μνήμες της παλιάς Κωνσταντινούπολης των Βυζαντινών και των Σουλτάνων σαν την περιηγηθείς: Αγια-Σοφιά, Σουλεϊμάν Τζαμί, παζάρι ή Σκεπαστή Αγορά ή Καπαλί Τσαρσί, τείχη, χερσαία και θαλάσσια, που αριθμούν δυο χιλιετίες ζωής, αυτά του Κωνσταντίνου και του Θεοδοσίου, Πύλη Χρυσή, του βασιλιά του Μαρμαρωμένου, Πύλη του Αγίου Ρωμανού, Κερκόπορτα, που στάθηκε μοιραία, από όπου και εισέβαλαν οι Τούρκοι, εκεί, κοντά στη συνοικία των Βλαχερνών, όπου και το ανάκτορο του αυτοκράτορα και το αγίασμα, που κατά τη διάρκεια των ταραχών του 1955 καταστράφηκε ολοσχερώς και ξαναχτίστηκε από τον πατριάρχη Αθηναγόρα.

  Κωνσταντινούπολη! Πόλη ξακουστή, εκεί, όπου ενώνεται ο Εύξεινος με τη Μεσόγειο, η θάλασσα του Μαρμαρά με τον Κεράτιο των θρύλων…

  Φύλακές της, οι επτά της λόφοι, που ορθώνονται προστάτες της πάνω από το Βόσπορο και τον Κεράτιο.

Οπωσδήποτε δεν έχεις παρά να γοητευτείς και να θυμηθείς περιδιαβαίνοντάς την, τους θόλους, το Μεγάλο Παλάτι με τις σκεπαστές στοές, τα πλούσια διαμερίσματα με τους αργαλειούς, όπου υφαίνονταν τα ονομαστά μεταξωτά, (αυτοκρατορικό μονοπώλιο), τον Ιππόδρομο των 40.000 θέσεων, την Αγια-Σοφιά, τις Εκκλησιές της τις ονομαστές, το ξεχωριστό Μαυσωλείο της των Αγίων Αποστόλων, όπου οι αυτοκράτορες συγκέντρωναν τα λείψανα των Αγίων, τους λουλουδιασμένους της κήπους, που απλώνονταν ως τη θάλασσα, τα σπίτια τα πυκνοχτισμένα, τα περιβόλια τα γεμάτα από οπωρικά και τα σταροχώραφα. Να θυμηθείς τα μοναστήρια της, τα πανδοχεία, τα νοσοκομεία, τα ορφανοτροφεία της!

  Ένας  μεγάλος μας ποιητής, ο Οδυσσέας Ελύτης, στο « Άξιον Εστί», έγραφε: «Μνήμη του τόπου μου, σε λένε Άθω και σε λένε Πίνδο».

Μνήμη του Έθνους μου, σε λένε ΠΌΛΗ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΎΠΟΛΗ, ας ψάλλουμε εμείς κι ας ψελλίσουν τα χείλη μας ως προσευχή ονόματα βυζαντινά της μνήμης, πριν σιγά σιγά η λήθη τα ξεθωριάσει κι αυτό δεν πρέπει  να γίνει ποτέ! Κι ας έχουμε πάντα  οδηγό μας την ιστορία και πολύτιμο συνοδηγό μας τη λογοτεχνία, δηλ. κείμενα ανθρώπων που περπάτησαν στα μέρη αυτά, τα μελέτησαν και τα’ καναν διήγηση.

  Κι αν περπατήσουμε κι εμείς στα σοκάκια της Πόλης, της Βασιλεύουσας κι αν γίνουμε διαβάτες περαστικοί…Είναι τότε που η ελληνική ψυχή μας θα σμίξει σφιχτά με την ύλη των μνημείων που θα αποκαλύπτονται μπροστά μας, τη διαποτισμένη με των δεκαπέντε αιώνων τραγικό ελληνικό μεγαλείο! 

…Και, σαν πάρεις το δρόμο της Αγια-Σοφιάς, τότε είναι που θα νιώσεις έντονη τη νοσταλγία του παρελθόντος και θα αναβιώσουν οι θρύλοι, λες,  καθώς θα ξεπετάγονται απ’ του μυαλού την άκρη!

  «…Και, λέει,  μια Κυριακή, που ο βασιλιάς πήγε να λειτουργηθεί, τη στιγμή που έπαιρνε αντίδωρο απ’ του Πατριάρχη το χέρι, του έπεσε. Σκύβει να το πάρει, δεν το βρίσκει. Ξαφνικά, βλέπει μια μέλισσα να το κρατάει στο στόμα της και να πετάει μακριά. Δίνει τότε εντολή στους μελισσουργούς να τρυγήσουν τα μελίσσια τους και να βρουν το αντίδωρο. Κι ο πρωτομάστορας, σε μια κυψέλη, αντί για κερήθρα, ανακαλύπτει μιαν εκκλησιά πελεκητή και στην Άγια Τράπεζά της το αντίδωρο. 

 Αυτή την εκκλησιά παρουσίασε στο βασιλιά και ίδια μ’ αυτή έχτισαν την Αγια-Σοφιά…»

  Έτσι λέει ο θρύλος για την Αγία του Θεού Σοφία, το θαύμα του κόσμου, που ξεπερνούσε σε κάλλος και την Παναγία των Παρισίων και τον Άγιο Πέτρο της Ρώμης, και, που για δέκα αιώνες ήταν το καμάρι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, το σύμβολο του χριστιανισμού!

  Και οι αιώνες διάβηκαν…Και στο πέρασμά τους, τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν άφησαν τα ίχνη τους. Λαμπεροί αυτοκράτορες τη λάμπρυναν με τα έργα τους: κτήρια, ναοί ιδρύματα, σχολεία, που έγιναν εκκλησιαστικά και πολιτιστικά κέντρα του ελληνισμού, σαν και αυτό του Φαναρίου, όπου διέπρεψαν για τη γλωσσομάθειά τους και τα πνευματικά τους χαρίσματα Έλληνες με εξαίρετη δραστηριότητα, που στο διάβα του χρόνου έγιναν φορείς του πνεύματος μέσα στην πνευματική νύχτα της δουλείας αλλά  και επιφανείς Λόγιοι του Γένους. Δεν έλειψαν, βέβαια, και ίντριγκες, οι δολοπλοκίες, οι πόλεμοι, οι διαμάχες για τις άγιες Εικόνες και η πρώτη καταστροφή της Βασιλεύουσας, της ζηλευτής, της παραμυθένιας πολιτείας από τους Φράγκους, στα 1204, για να ακολουθήσουν  ύστερα κι άλλοι εχθροί βάρβαροι κι ανελέητοι σαν τους Σελτζούκους, τους Οθωμανούς…

 1451! Κρίσιμες οι ώρες για τη μεγάλη αυτοκρατορία. Ο σουλτάνος Μουράτ ο Β΄, σύμμαχος του Ιωάννη Παλαιολόγου, πεθαίνει κι αφήνει διάδοχό του τον εικοσιτετράχρονο  γιο του Μωάμεθ, φιλόδοξο πολύ,  που θέλει να μείνει στην ιστορία ως κατακτητής, και, που έχει ως όνειρό του και ως πρωταρχικό σκοπό της ζωής του, την άλωση της «Βασιλίδας των Πόλεων», που αναχαιτίζει την προέλασή του στην Ευρώπη.

 Αντίκρυ στην υλική δύναμη του Μωάμεθ, στέκεται πάνοπλο ηθικά  το Βυζάντιο. Ο τελευταίος αυτοκράτορας, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, αδερφός του Ιωάννη του Η΄ του Παλαιολόγου,  είναι πεπεισμένος  πως βαδίζει στη θυσία.

 Ασία και Ευρώπη κρατούν την ανάσα τους! Τίποτα από εδώ και στο εξής δε θα ’ναι το ίδιο!

 Ο Μωάμεθ δείχνει αμέσως τις διαθέσεις του. Το καλοκαίρι του 1452 χτίζει μεγάλο φρούριο, 10 χμ. βόρεια της Πόλης, το Ρούμελη Χισάρ και στην απέναντι ασιατική ακτή, το Ανατολή Χισάρ, αποκόπτοντας έτσι τη θαλάσσια επικοινωνία της Πόλης με τα  λιμάνια του Εύξεινου Πόντου, ενώ ταυτόχρονα συγκεντρώνει μεγάλο στόλο στα Δαρδανέλλια φανατίζοντας τους στρατιώτες του εναντίον του Βυζαντίου.

 Ο Ούγγρος μηχανικός Ουρβανός κατασκευάζει πυροβόλα και ένα μεγάλο κανόνι με το οποίο οι Οθωμανοί  θα γκρεμίσουν τα κάστρα  της Πόλης, που με εξήντα βόδια και 400 στρατιώτες (200 σε κάθε πλευρά), θα το σύρουν μπροστά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, ενώ σε 14 σημεία του τείχους θα στήσουν πολιορκητικές μηχανές.

 Στις 20 Απριλίου, ο Μωάμεθ περνά τα καράβια του στον Κεράτιο, ενώ ύστερα από 55 ημέρες στενής  πολιορκίας όλα τα σημάδια δείχνουν πως πλησιάζει  το τέλος της Βασιλεύουσας!

  Στις 24 Μαΐου, λέει ο θρύλος, η Μεγάλη  Εκκλησιά τυλίχτηκε σ’ ένα παράξενο φως! Απ’ τα παράθυρά της είδαν να βγαίνει μια πύρινη φλόγα  και ν’ αγκαλιάζει για ώρα πολλή τον τρούλο της. Έπειτα, η φλόγα υψώθηκε στον ουρανό. Όσοι το είδαν αυτό το παράξενο, είπαν, πως ήταν κακό σημάδι.

  Το φως ήταν ο Άγγελος που ο Θεός είχε στείλει να φυλάει την Αγια-Σοφιά και την Πόλη από τότε που ο Ιουστινιανός την είχε χτίσει και τώρα, έφευγε!  Τώρα, τους εγκατέλειπε όλους !

  Στις 25 Μαΐου οι Τούρκοι πρότειναν συνθηκολόγηση, για να πάρουν από το στόμα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου την απάντηση: «Το δε την Πόλιν σοι δούναι ούτ’ εμόν εστί, ούτ’ άλλου των κατοικούντων εν αυτή. Κοινή γαρ γνώμη, πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φησόμεθα της ζωής ημών!».

  Κι ακολουθεί η τελική επίθεση στις 29 Μαΐου 1453,  ημέρα Τρίτη.  Και η «Πόλις εάλω», το καύχημα των χριστιανών και της οικουμένης, μα το πνεύμα της έγινε πυρσός για την αναγέννηση της Ευρώπης.

 «Ο Δικέφαλος αετός σου, να, μακριά, μακριά πέταξε, με τ’ άξια και με τ’ άγια.

Και θα ισκιώσουν τα τετράπλατα φτερά, λαούς άλλους, κορφές άλλες, άλλα πλάγια!...», θα τραγουδήσει ο  Κωστής  Παλαμάς.

  29 Μαΐου 1453- 29 Μαΐου 2018 . 565 χρόνια από τότε! 

 Κι ο θρύλος λέει, πως ο τελευταίος αυτοκράτορας, ο «μαρμαρωμένος βασιλιάς», περιμένει τη στιγμή που θ’ ανακτήσει την Πόλη και την αυτοκρατορία του, θαμμένος κάπου εκεί στη χρυσή Πύλη της Πόλης.

 

-Τον είδες με τα μάτια σου, γιαγιά, τον βασιλέα;

ή μήπως και σε φάνηκε σαν όνειρο να πούμε

σαν παραμύθι τάχα;

 

-Τον είδα με τα μάτια μου, ωσάν και σένα.

Πα να γενώ εκατό χρονώ, κι ακόμα τον θυμούμαι

σαν να’ταν χτες μονάχα.

 

-Απέθανε, γιαγιά;- Ποτέ, παιδάκι μου. Κοιμάται!

Κοιμάται μόνο! Τη χρυσή κορώνα στο κεφάλι

Το σκήπτρο του  στο χέρι…,     τραγούδησε  κι  ο Γ. Βιζυηνός.

 

   Κι ο ιερέας που τελούσε τότε την  τελευταία λειτουργία στη Μεγάλη Εκκλησιά, εξαφανίστηκε μέσα στον τοίχο, πίσω από το Άγιο Βήμα, που άνοιξε μπροστά του κατά τρόπο μαγικό κι όταν η Πόλη επανέλθει πάλι στους χριστιανούς, θα βγει, για να συνεχίσει τη θεία λειτουργία.

  Και τι να πεις και για  τα τηγανισμένα ψάρια του θρύλου!

  «…Τον καιρό που είχαν ζώσει την Πόλη οι Τούρκοι, ένας καλόγερος τηγάνιζε επτά ψάρια. Τα είχε τηγανίσει από τη μια μεριά και ήταν έτοιμος να τα γυρίσει κι από την άλλη. Τότε, έρχεται ένας και του λέει πως οι Τούρκοι πήραν την Πόλη! «Ποτέ δε θα πατήσουν την Πόλη οι Τούρκοι», λέει ο καλόγερος. «Θα το πιστέψω μόνο, όταν αυτά τα ψάρια ζωντανέψουν»... Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και τα ψάρια πήδησαν απ’ το τηγάνι και έπεσαν ζωντανά στο νερό, εκεί κοντά.

 Και είναι ως σήμερα τα ζωντανεμένα ψάρια στο Μπαλουκλί και θα βρίσκονται εκεί μισοτηγανισμένα, ώσπου ένας άλλος καλόγηρος έρθει να τ’ αποτηγανίσει!

 Έτσι, με τέτοιες μυθικές παραδόσεις ο λαός μας προσπάθησε να δώσει εξήγηση στην απορία του αλλά και στη θλίψη του για την άλωση της Πόλης.

 «Ν’αοιλλή εμάς και βάι εμάς, η Ρωμανία πάρθεν…»

29 Mαϊου 1453 ! Η Πόλις εάλω! Αλλ’ ουκ εάλω η βασιλεύουσα ψυχή των Ελλήνων κατά τον ποιητή Νικηφόρο Βρεττάκο.

«Ουκ εάλω η Πόλις, ουκ εάλω η ρίζα, ουκ εάλω το φως, ουκ εάλω η ψυχή των Ελλήνων».

 Και αλήθεια να είναι μπορετό να κλειστούν σ’ ένα κομμάτι χαρτιού όλες οι λαμπρές στιγμές της ελληνικής ιστορίας; αναρωτιέσαι! 

 Και ο ίδιος ποιητής στο ποίημά του «Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη», θα γράψει:

«Και τώρα, ιδού, με το ίδιο αυτό χέρι που έγραφε τους ύμνους στο φως, παίρνω ΧΏΜΑ ΑΠΌ ΤΟ ΧΏΜΑ ΣΟΥ. Σε φιλώ και σου εύχομαι: Ζωή εσαεί. Φως εσαεί. Λόγο εσαεί. Το φως ας φωτίζει την ανθρωπότητα στις δύσκολες ώρες της!».

 Κι εμείς ας παραλληλίσουμε τα λόγια του ποιητή με το φως που εξέπεμψε στην Οικουμένη η Βασιλεύουσα και φώτισε το σκοταδισμό της κι ας ψελλίσουμε:

  Ας γίνει η Κωνσταντινούπολη, η σιωπηλή κραυγή μιας ζωής, μιας εποποιϊας, μιας τραγωδίας, που σφράγισε ανεξίτηλα τη ζωή των εποχών, των  λαών  τα πεπρωμένα τους, ας γίνει αυτή, ένα διαρκές σημείο αναφοράς για τις γενιές τις επερχόμενες, για το νέο ελληνισμό!