Η αποθέωση της Φύσης, εξαίσια, σ’ έναν τόπο όπου η τουριστική ανάπτυξη έχει εξελιχθεί, σ’ έναν τόπο όπου κυριαρχούν η απόκρημνη ομορφιά των βουνών, κι όπου οι οικισμοί είναι άρρηκτα δεμένοι με το περιβάλλον!
Βουνά πολύκορφα, ποτάμια ορμητικά, Αγραφιώτης, Καρπενησιώτης, Μέγδοβας, πηγές κρυστάλλινες, τραγουδιστές, κοιλάδες στενές αλλά μαγευτικά καταπράσινες κι ανάμεσά τους το Καρπενήσι, μοναδικό και ιδιότυπο.
Καρπενήσι! Στην καρδιά της Ρούμελης, στο νομό Ευρυτανίας, ενός απ’ τους επτά νομούς της Στερεάς Ελλάδας, χτισμένο σε υψόμετρο χιλίων περίπου μ., κλειστό το χειμώνα από τα χιόνια, ανοιχτό το καλοκαίρι στη δροσιά, στις πλαγιές του
Τυμφρηστού κι αλλιώς Βελουχιού, του ελατοσκέπαστου βουνού, όπως λέει και το Δημοτικό τραγούδι:
Γεια σου Βελούχι μου, ψηλό
με τα πολλά σου ελάτια,
που μπόρες δε σε σκιάζουνε
μήτε βοριά γινάτια.
Υψώνεσαι περήφανο
και χιλιοζηλεμένο
σαν καρτερείς την άνοιξη
Βελούχι μου, γραμμένο!..
Το Καρπενήσι βρίσκεται ακριβώς στη θέση της αρχαίας Οιχαλίας και η ονομασία του προέρχεται από τη λέξη Carpens, που σημαίνει σφενδαμότοπος, δηλ. Καρπενήσι, ο τόπος με τα πολλά σφενδάμια.
Εμφανίζεται ως οικισμός στα Βυζαντινά χρόνια, ενώ κατά την τουρκοκρατία κατέχει δεσπόζουσα θέση στην περιοχή, επειδή έχει μεγάλη αγροτοκτηνοτροφική ανάπτυξη λόγω της θέσης του. Υπήρξε ακόμη διοικητικό, εμπορικό και εκκλησιαστικό κέντρο της περιοχής, ενώ το αρματολίκι του Καρπενησίου περιελάμβανε όλα τα Βλαχοχώρια γύρω απ’ αυτό.
Από το 1645 ως το 1814 στο Καρπενήσι λειτουργεί Σχολή Γραμμάτων, όπου διδάσκει ο μεγάλος δάσκαλος του Γένους Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός, ενώ είναι και έδρα επισκόπου Λιτζάς και Αγράφων
Οι κάτοικοι της περιοχής αυτής παίρνουν μέρος στα 1600 και 1611 στην εξέγερση για ανεξαρτησία με το Μητροπολίτη Τρικάλων και Λαρίσης Διονύσιο το Φιλόσοφο, τον επονομαζόμενο Σκυλόσοφο από τους Τούρκους.
Εκεί, κοντά στην πόλη, σε μια μάντρα ενός οικισμού, που λέγεται Κεφαλόβρυσο, συναπαντιέται παλικαρίσια με το θάνατο ένας από τους αγνότερους ήρωες της Επανάστασης, ο Μάρκος Μπότσαρης, από μια σφαίρα του Τζελαλεντίν μπέη, του πασά της Σκόδρας, ενώ προσπαθεί να του αποκόψει την επέλασή του προς τη νότια Στερεά και το Μεσολόγγι, στις 9 Αυγούστου του 1823.
Σήμερα, το Καρπενήσι είναι ένας τόπος απαράμιλλης φυσικής ομορφιάς, που στα πόδια του ξαπλώνεται η εύφορη κοιλάδα του Καρπενησιώτη ποταμού και όπου η ομορφιά του τοπίου συναγωνίζεται με την παλικαριά των κατοίκων του. Εδώ, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, άνθισε ο αρματολισμός και στα νεότερα η Εθνική
Αντίσταση, όταν το Έθνος πάλευε για λευτεριά. Εδώ γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εξέχουσες προσωπικότητες: Γεώργιος Καφαντάρης, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Στέφανος Γρανίτσας.
Κι ένα γύρο ολόγυρα πολλά και ψηλά βουνά: Άγραφα, ανάμεσα Ευρυτανίας, Τρικάλων, Καρδίτσας, το Βελούχι της λεβεντιάς, γνωστό κι ως Τυμφρηστός, με τις πολλές πηγές (κεφαλόβρυσα), καταφύγιο και ορμητήριο κατά την Τουρκοκρατία και τη γερμανική κατοχή κατά των κατακτητών, που αρχίζει από εκεί που ξεκινάει η περιοχή «Ράχες» και τελειώνει στις όχθες του Ταυρωπού. Παραπέρα η Όθρυς, όπου το φως του ήλιου το πρωί ορθρίζει πρώτα στις κορυφές και στις πλαγιές της, η Καλιακούδα με το φαράγγι «Πανταβρέχει», η Χελιδόνα και στα σύνορα Ευρυτανίας Αιτωλ/νίας, το Παναιτωλικό, που οι δυο νότιες κορφές του είναι απόκρημνες και θεαματικά πέφτουν προς τον Κρικελλοπόταμο και τον Καρπενησιώτη.
Όλα μεταξύ τους δένουν αρμονικά και συναρμολογούν ένα τοπίο πανέμορφο και εντυπωσιακό, τα γραφικά βουνά με την πυκνή τους βλάστηση, τα κρυστάλλινα και τρεχούμενα νερά. Ένας τόπος που μεταβάλλεται με τις εποχές του χρόνου, αλλά πάντα παραμένει γοητευτικός!
Το φθινόπωρο ιδιαίτερα, που το πορτοκαλί και το χρυσαφί των φυλλοβόλων συναντά το πράσινο των αειθαλών και μαζί και το κατάλευκο των νερών, μοιάζουν όλα γύρω σου ένας πανέμορφος πίνακας ζωγραφικής! Τότε είναι που σε κυριεύει μια αίσθηση απόκοσμης γαλήνης!
Εκδρομή όμως στο Καρπενήσι δίχως να περάσεις από το μοναστήρι του Προυσού, δε γίνεται! Είναι πραγματικά το σημείο αναφοράς της Ευρυτανίας, που άλλαξε όλη την ταυτότητα της περιοχής.
Ταξιδεύοντας, λοιπόν, από Καρπενήσι προς τον Προυσό, περνάς από παραδοσιακούς πανέμορφους και καταπράσινους οικισμούς, όπου κυριαρχούν σπίτια, που διατηρούν την παλιά τους αρχιτεκτονική, ενώ την όμορφη εικόνα συμπληρώνουν οι πλακόστρωτες πλατείες, οι παραδοσιακές βρύσες, τα γραφικά καφενεδάκια, οι ταβέρνες με τους νόστιμους μεζέδες και ιδιαίτερα οι φιλόξενοι άνθρωποι και τα παραδοσιακά προϊόντα της περιοχής, με προεξάρχοντα το ελατίσιο μέλι, τη μοσχομύριστη ρίγανη και το εξαιρετικό τσίπουρο!
Οι Κορυσχάδες είναι ένα εντυπωσιακό χωριό, χτισμένο μέσα σε ελατοδάση, σε υψόμετρο 960μ., με αρχοντικά που εντυπωσιάζουν και την ονομαστή εκκλησία του Αγίου Νικολάου, χτισμένη το 1865.
Στην πλατεία του δεσπόζει το πέτρινο σχολειό του, οικοδόμημα του 1901, που έμεινε στην ιστορία από την Εθνική Αντίσταση, αφού εκεί συνεδρίασε στα 1944 το «Συμβούλιο της Ελεύθερης Ελλάδας» και λειτούργησε ως Κοινοβούλιο. Σήμερα λειτουργεί ως Μουσείο, όπου εκτίθενται αντικείμενα, που θυμίζουν τον αγώνα του Έθνους μας εναντίον των κατακτητών.
Συνεχίζεις προς το Βούτυρο, με την ονομαστή εκκλησία της Αγια-Παρασκευής, το Μεγάλο Χωριό, κι αυτό με τις ονομαστές εκκλησίες της Αγίας Παρασκευής και του Αγίου Γερασίμου, καθώς και το Λαογραφικό του Μουσείο και το Μικρό Χωριό, γνωστό με την κατολίσθηση του 1963, περνάς και από τα «Πατήματα της Παναγίας» και από το Διπόταμο, για να φτάσεις στην Ι. Μονή του Προυσού, 32 χμ. από το Καρπενήσι, με τους πύργους της και το ρολόι.
Οι πύργοι, δύο τον αριθμό, είναι οχυρωματικά έργα του 17 ου αι., που χτίστηκαν για προστασία της Μονής, αφού εκεί κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας υπήρξε κέντρο γραμμάτων και καταφύγιο αγωνιστών.
Στον ευρύτερο χώρο της Μονής βρίσκεται και το Σχολείο των Ελληνικών Γραμμάτων της Ρούμελης,που κτίστηκε από τον Επίσκοπο Λιτζάς και Αγράφων Δοσίθεο και που την περίοδο του 1821 λειτούργησε ως κρυφό σχολειό.
Στο μοναστήρι επίσης υπάρχει και η Αγαθίδειος βιβλιοθήκη, στην οποία σώζονται σπάνιες εκδόσεις από τη Λειψία, ενώ στην περιοχή αυτή ακόμα μπορεί να επισκεφτεί ο περιηγητής και το Αλλαντοποιείο Στρεμμένου, όπου θα βρει προσούτο, σαλάμι και ονομαστά λουκάνικα από ντόπια κρέατα.
Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΑΣ
Μέσα στους δύσβατους αυτούς τόπους, δεσπόζει το μοναστήρι της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Προυσιωτίσσης, του οποίου η εκκλησία είναι μέσα σε σπήλαιο με θόλο, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ενώ δίπλα της συνεχίζει το εκκλησάκι της Προυσιώτισσας, όπου βρίσκεται η θαυματουργή της εικόνα, που ήρθε στην Ελλάδα από την Προύσσα της Μ. Ασίας, με τρόπο θαυματουργό.
Η ιερή παράδοση της Εκκλησίας μας λέει πως η Αγία Εικόνα είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά, που ήταν και ζωγράφος.
Όταν ο εικονομάχος αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεόφιλος, τον 9 ο αι. πραγματοποίησε μεγάλο διωγμό κατά των αγίων εικόνων, η εικόνα αυτή τότε, βρισκόταν σε μια εκκλησία της Προύσσας, και εκεί επιτελούσε άπειρα θαύματα.
Κάποιος νέος, τότε θεοσεβής και από πλούσια οικογένεια της πόλης, για να μην την καταστρέψουν οι Εικονομάχοι την πήρε και με τη συνοδεία των πιστών του δούλων, έφυγε για την Ελλάδα.
Κατέβηκε με την Αγία Εικόνα στην Καλλίπολη, όπου και την έχασε με τρόπο μυστηριώδη και όσο κι αν την αναζήτησε δεν τη βρήκε πουθενά. Από εκεί ο νέος κατέληξε στην Πάτρα, όπου και έχτισε την εκκλησία της Αγίας του Θεού Σοφίας.
Τον ίδιο καιρό, πάνω, ψηλά στα βουνά της Ευρυτανίας, στους δύσβατους αυτούς τόπους, κάποια νύχτα ένα βοσκόπουλο, ενώ φύλαγε το κοπάδι των ζώων του, άκουσε ψαλμωδίες υπερκόσμιες και ξυπνώντας σαν από ύπνο, είδε κάπου απέναντί του ένα φως να ανεβαίνει από κάποια σπηλιά σαν πυρσός προς τα ουράνια.
Την επόμενη μέρα, με τον πατέρα του και άλλους χωριανούς τους, πήγαν ψάχνοντας προς το σημείο εκείνο, όπου σε κάποιο μέρος του σπηλαίου είδαν την Αγία Εικόνα, που εικόνιζε την Υπεραγία Θεοτόκο ν’ αστράφτει και να φεγγοβολεί. Έφεραν τότε κεριά και λιβάνι και φύλαξαν την εικόνα εκεί, και τη θεωρούσαν προστάτιδα και βοηθό τους.
Με τον καιρό το γεγονός αυτό μαθεύτηκε και στην Πάτρα, όπου ο άρχοντας της Προύσσας το πληροφορήθηκε κι αμέσως έτρεξε στην τοποθεσία ευρέσεως και η χαρά του ήταν απερίγραπτη όταν αναγνώρισε τη δική του εικόνα.
Φιλοδώρησε στη συνέχεια τους βοσκούς και την πήρε μαζί του επιστρέφοντας για τον τόπο της κατοικίας του.
Στο δρόμο όμως κουράστηκε και ξάπλωσε με τους συνοδούς του να κοιμηθούν.
Ξυπνώντας όμως διαπιστώνει πως η εικόνα λείπει και πιστεύει ότι οι βοσκοί τον είχαν ακολουθήσει, οπότε την ξαναπήραν και έφυγαν. Γυρίζοντας όμως για να τους βρει, ακούει πίσω του μια φωνή: «Ω, νεανία, ύπαγε εν ειρήνη και μη κοπιάζεις, γιατί εγώ καλύτερα αναπαύομαι εδώ, ει δε και θέλεις να μείνεις μετ’ εμού, ελθέ εκεί όπου με ηύρες κι αυτό είναι καλό!». Αυτή τη φωνή την άκουσε μόνον αυτός και όχι οι άλλοι που τον συνόδευαν.
Τότε λευτέρωσε όλους τους δούλους του που τον ακολουθούσαν, εκτός από έναν, που εθελούσια πήγε μαζί του, κι επέστρεψαν στο σπήλαιο, όπου έχτισαν ένα παρεκκλήσι και εκεί τοποθέτησαν την Αγία Εικόνα και όπου μόνασαν και οι δυο ως το θάνατό τους με τα ονόματα Διονύσιος και Τιμόθεος.
Της Φωτεινής Τσιτσώνη-Καβάγια Εκπαιδευτικού









