Δεκεμβρίου 02, 2022

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

Η κυρα-Ρήνη παρατηρεί… «Νέος Δέσποτας»

 

 

 

Βγήκα κι εγώ, π’ λέτε, για πρώτ’ φορά (στ’ μετά covid εποχή) μέσα σε τόσο κόσμο, να ιδώ ποιος είναι ο νέος μας Δεσπότ’ς. Κανονικά καταμεσήμερο θα κμό’μνα, η κ’ρούνα, αλλά ας πάει και το παλιάμπελο.

Πάω ζ’ μπλατεία και τι να δώ! Είχανε φτέψ’ νια πύλ’ καταμεσής κι γύρου-γύρου κόζμους σωρό, μιλιούνια. Είχανε βάλ’ κι ένα κόκκινο χαλί ανάμεσα. Καλά, δε τς κόβ’ μπίτ!! Τ’ μπύλ’ τνη βάνε να περνάνε από μέσα, αφού δεν έχ’ άλλο δρόμο εκεί γύρου. Η πλατεία έμπαζε απ’ όλες τς πάντες. Σκέφκα θα ’ναι ιδέα εκ’νής τα ξανθειάς με τς τσάντες, π’ όλο φωνάζ’.

Σκάει μύτ’, π’ λέτε, νια σειρά από λιμουζίνες κι έκοψα το αίμα μ’.

Ξεκαμπίζνε παπάδες αβέρτα, κάτ’ άλλα μούτρα, π’ μοιάζανε με πολιτικούς και στ’ μέσ’ ένας αχαμνούλης στολισμένος σα δεσπότ’ς κι έλεγε όλο «φχαριστώ, φχαριστώ». Λέω αυτός θα ’ναι. Κι απάν’ π’ αναρωτιόμ’να ακούω το Χοβιό να ξεκεφαλών’ από κει π’ στεκότανε με τον Αντρέγα και να τ’ φωνάζ’ «άξιος, άξιος». Φώναξε δε τόσο δυνατά π’ τρόμαξε κάτ’ περιστέρια και πετάξανε μοναχά τς!! Μη σας πω τι θμήθ’κα…

Σε νια μεριά καθότανε η Μουσική τ’ Δήμ’ κι έπαιζε ταρατατζούμ.

Απέναντι μαθητές με ελληνικές σημαίες, αρματωμέν’ σωρό βαράγανε παλαμάκια.

Όλο εκείνο το μπλούκ’ των επισήμων -τρομάρα τς- περπάταγε μαζί απάν’ στο γαρμπίλ’ τς πλατείας, π’ δεν είχε φκιαχτεί ακόμα. Ε, και σκάλωνε κάνα ράσο σε κανιά γωνία από κανιά πλάκα, πλάκα π’ θα ’χε!! Όλ’ οι παπάδες ανέβκανε μετά πάνω σε νια μακριά εξέδρα, μαζί με το Δήμαρχο και νια στολισμέν’, π’ μάλλον για πολιτικός φαινότανε. Εκεί ο Δήμαρχος είπι ωραίες κ’βέντες, τα μ’σές δεν τς κατάλαβα αλλά δεν πειράζ’, κι έδωσε τ’ Δεσπότη μας ένα ωραίο κάδρο με τν Έξοδο. Μετά μίλ’σε κι ο Δεσπότ’ς, κι αυτός είπε ωραίες κ’βέντες αλλά τν αμαρτία μ’ τνη λέω. Ούτε κι απ’ αυτόν κατάλαβα πολλά. Τα λένε, μωρέ πιδί μ’, πολύ γραμματιζούμενα, πού να τα πάρ’ς ούλα χαμπάρ’;

Εκειό π’ μόκανε άσχημ’ εντύπωσ’ ήτανε που ο κόσμος καθότανε στς καφετέριες γύρου απ’ τ’ μπλατεία κι έπ’νε καφέ λες κι έβλεπε σινεμά. Ντροπή τς!

Αλλά μετάαα!! Ωραία παρέλασ’, σα τ’ Βαγιώνε τότε π’ φέρνε τν εικόνα απ’ του Δημαρχείου στον Άγ. Σπυρίδωνα για τ’ μπομπή.

Δύο μουσικές ήταν σντ παρέλασ’. Ήταν κι αυτή η δ’κιά τ’, τ’ Δεσπότ’. Αρματωμέν’, μαθητές, σημαίες, επίσημ’, κόσμος πολύς παρελάζανε μέχρι τον Άγιο. Εκειός ο Δήμαρχος όμως σαν πολύ χαμογέλαγε σ’ όλο τον κόσμο. Καλός άνθρωπος, δε λέω, αλλά ώρες-ώρες μ’ φαίνεται πως χάνεται.

Φτάσανε στον Άγιο και μπήκανε μέσα. Τι μεγαλεία! Όλ’ οι πολυέλαιοι αναμμέν’, λουλούδια, ψαλτάδες (άγνωστ’ μ’ φανήκανε, δεν τς είχα ματαδεί), σωρό παπάδες και δεσποτάδες κι ο νέος Δεσπότς έγινε δ’κός μας. Φωνάξανε και άξιος, φώναξα κι εγώ, εκειγιά όξω σντ’ πόρτα π’ καθόμ’να. Ακούτε τι θμήθκα; Τότε που είχε έρθ’ ο σχωρεμένος ο Θεόκλητος να γίν’ Δεσπότης μας και κάποιοι φωνάξανε «ανάξιος». Το πότε τς τσουβαλιάσανε και τα πετάξανε όξω ούτε π’ καταλάβαμε. Στν ίδια θέση στεκόμ’να και τότε και τα ’δα όλα μπροστά μ’.

Κάποια στιγμή βέβαια βαρέθ’κα, γιατί ο Δεσπότης μας μίλαγε πολύ κι είχε νυχτώσ’ κι έπρεπε να πάω στο κονάκι μ’. Φεύγοντα, μ’ λέει μια φιλινάδα μ’:

-Ρήν’, σ’ άρεσε όλο αυτό το πανηγύρ’;

-Μ’ άρεσε.

-Τι σ’ άρεσε, μαρή, απ’ όλα αυτά τα πολυσπόρια; Αυτά τα λένε κιτς.

-Ξέρω γω από κιτς και ξεκίτς, ωραία ήταν, πατριωτικά!!

-Πώς ταιριάζ’νε, μαρή, οι παπάδες, με τς αρματωμέν’ς, με τα σημαίες, με τς πολιτικούς; Δε φαντάζομαι να πας κι αύριου στ’ Αγρίνιου;

-Τι να κάμω στ’ Αγρίνιου;

-Θα ξαναενθρονιστεί κι εκεί ο Δεσπότ’ς!

-Γιατί, δεν του ’φτασε μία εδώ; Πάλι κόλπα αρχίσανε οι Αγρινιώτες;

Α, δε θα τα πάμε καλά, Δεσπότη μ’, κι σ’ είχα συμπαθήσ’