Νοεμβρίου 27, 2020

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

Π. Μπερερής: Ο ρόλος της εργαζόμενης γυναίκας στη σύγχρονη εποχή

«Μητέρα» σημαίνει μια γυναίκα διαποτισμένη από τη μητρότητα και γενικότερα από το μητρικό πνεύμα μέσα από τις ποικίλες εκδηλώσεις του. Η Anges E. Meyer γράφει: «Οι γυναίκες έχουν πολλά επαγγέλματα, αλλά μόνο μια κλήση: τη μητρότητα».

Ανέκαθεν η γυναίκα ήταν εκείνη που κράτησε, για λόγους ατομικής ή κοινωνικής αλληλεγγύης, οικογένεια, κοινωνία και ζωή ενωμένες. Σήμερα η γυναίκα πρέπει να αντιληφθεί ότι μπορεί και οφείλει να σώσει τον πολιτισμό μας από την καταστροφή με την επίτευξη νέων καταστάσεων που θα διαμορφώσουν τις τωρινές συνθήκες. Στη σύγχρονη κοινωνία μας, είναι μεν δύσκολο να εκτελείται ο υψηλός ρόλος της γυναίκας αλλά ταυτόχρονα είναι και μια μεγάλη τιμή στην κρίσιμη αυτήν περίοδο.

Ο ρόλος της γυναίκας – μητέρας στην κοινωνία αναγνωρίζεται και πάλι ως θεμελιώδης και ζωτικός, όπως υπήρξε πάντοτε. Η γυναίκα – μητέρα αντιπροσωπεύει τον αέναο θρίαμβο της ζωής επί του θανάτου. Η επιθυμία της διατήρησης της ζωής –υπό μίαν γενικότερη έννοια και όχι μόνον υπό αυτήν της ζωής του παιδιού της και μόνον με κάθε θυσία –χαρακτηριστικό του μητρικού πνεύματος– αποτελεί για μια πραγματική γυναίκα το ισχυρότερο κίνητρο για την υπερνίκηση της παθητικότητας.

Αποτελεί επίσης το πάγκοινο μυστικό της αναγνωρισμένης πλέον επιτυχίας της σε όσα επαγγέλματα χρήζουν κυρίως του μητρικού πνεύματος και το εκφράζουν. Ο χριστιανισμός, γράφει η G. Lombroso, είχε δώσει για τις γυναίκες πλήθος απασχολήσεων και ποικίλων αποστολών, οι οποίες ανέδειχναν τη γυναίκα αληθινό παράγοντα πολιτισμού.

Μεταξύ της πνευματικής μητρότητας της γυναίκας και της κοινωνικής προόδου υπάρχει μια στενή σχέση, την οποία παραγνωρίζουν όσοι σκέπτονται ότι η πρόοδος αυτή προέρχεται μόνον από την τελειότητα της κοινωνικής οργάνωσης.

Μερικοί λένε ότι το μητρικό πνεύμα της γυναίκας πρέπει να μπορεί να ασκεί μια ευεργετική επίδραση επί των τυχών της χώρας, και άλλοι ότι τα χέρια που κινούν το λίκνο του βρέφους, κινούν το λίκνο του πολιτισμού.

Η εξελιγμένη έκφραση των συνόλων χαρακτηριστικών της γυναικείας φύσεως, αλλά και συγχρόνως ο καλύτερος δρόμος για την επίτευξη και λειτουργία τους, είναι ο διαρκώς εξελισσόμενος και τελειοποιούμενος σήμερα τόπος της γυναίκας «κοινωνικής εργάτιδος» και της καλλιεργημένης πνευματικής γυναίκας, η οποία συνδυάζει το στοιχείο της αληθινής ελευθερίας, της αληθινής προόδου και της σύγχρονης ευρύτατης κοινωνικής προσφοράς.

Η ένταξη της γυναίκας στην υπηρεσία των πνευματικών αξιών προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, θα αποτελέσει το εχέγγυο της λύσεως του γυναικείου ζητήματος, της προσωπικής της απελευθέρωσης και της καταπολέμησης και ανακούφισης του πόνου μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Εννοείται ότι, για να μείνει πιστή στον ιδιαίτερο προορισμό της, η γυναίκα οφείλει να ασκήσει όλη τη δράση της, όχι από ατομική φιλοδοξία, αλλά ως μητέρα, με τη μητρότητα αυτή του πνεύματος που εισέρχεται στην αιωνιότητα.

Ας έχομε πάντοτε μπροστά στα μάτια μας ότι ,κατά βάθος, το πρόβλημα της γυναίκας είναι αυτό της «θέσεώς» της απέναντι στην αιώνια τάξη των πραγμάτων, ως μιας «εργάτιδος της αγάπης» . οπουδήποτε και αν βρίσκεται, από την κουζίνα μέχρι τη γραφομηχανή ή από το μηχάνημα του εργοστασίου μέχρι το λίκνο των παιδιών. Η συνεργασία της γυναίκας στον δημόσιο βίο έχει την έννοια να συμβάλλει στην προστασία του γάμου, στη σωστή οικογενειακή τάξη και σε μια εξίσωση των βαρών στη δημόσια ζωή. Δεν πρόκειται να εκθρονίσει τον άνδρα και να επιδιώξει μια γυναικεία κυριαρχία, όμως η Ιστορία και η εξέλιξη του κόσμου διδάσκουν ότι «και» οι γυναίκες πρέπει να υπολογίζονται και να λάβουν ενεργό μέρος στη διαμόρφωση της ζωής. Αυτό το ενεργό μέρος φυσικά μεταβάλλει τη γυναίκα. Αποκτά περισσότερες γνώσεις, λαμβάνει περισσότερο συνείδηση του εαυτού της, υπευθυνότητα και γίνεται αποφασιστικότερη.

Η συμμετοχή της στον επαγγελματικό στίβο την εδίδαξε να κρίνει τον άνδρα και να τον κατανοεί καλύτερα. Με λίγα λόγια, έγινε διορατική. Γι’αυτό έχει άλλες αξιώσεις στον γάμο από πριν. Γνωρίζει αρκετά από τον κόσμο των ανδρών, για να μην αποκλείεται με ευκολία από τον κόσμο της εργασίας του άνδρα. Δεν μπορούμε πλέον να αποστομώνουμε τη γυναίκα με τα επιγραμματικά λόγια: «αυτό δεν το καταλαβαίνεις» και να μη τη θεωρούμε τίποτα περισσότερο από το πολυτιμότερο και χρησιμότερο αντικείμενο του νοικοκυριού.

Η γυναίκα επεβλήθηκε στην επαγγελματική ζωή. Αυτή η τιμή τής ανήκει γενικά, αδιάφορο αν η ίδια εξασκεί επάγγελμα ή όχι. Δοκιμάστηκε στο πλευρό του άνδρα, μάλιστα κατόρθωσε στους δύσκολους καιρούς να τον αντικαταστήσει. Σ’ αυτό προστίθεται η μεταβολή της οικονομίας με την πρόοδο της τεχνικής.

Βέβαια, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι γυναίκες εργάζονταν πάντοτε (οικιακά, γεωργία, ραπτική, πλύση), αλλά η επαγγελματική τους απασχόληση δεν είχε τη σημερινή της μορφή. Στις μέρες μας πραγματοποιήθηκε τριπλή μεταβολή: α) Δημιουργήθηκε μεγάλος αριθμός γυναικείων επαγγελμάτων με ειδική επαγγελματική εκπαίδευση και ανάλογη γενική μόρφωση. β) Συνεχώς λιγότερες γυναίκες απασχολούνται αποκλειστικά με τα οικιακά και τη γεωργία και συνεχώς περισσότερες στον εμπορικό τομέα, στη βιομηχανία, χειροτεχνία, στις δημόσιες υπηρεσίες, στον ξενοδοχειακό τομέα και σε άλλους τομείς. 3) Η βιοποριστική εργασία, ιδιαίτερα η ειδική επαγγελματική δραστηριότητα, ασκείται και από έγγαμες γυναίκες.

Μία από τις κύριες αιτίες εισόδου των έγγαμων γυναικών στην αγορά εργασίας αποτελεί η ανάγκη ενίσχυσης του οικογενειακού εισοδήματος, ενώ άλλες πιθανές αιτίες είναι η απόκτηση κοινωνικού γοήτρου καθώς και το ενδιαφέρον για το επάγγελμα. Αναφορικά με την πρώτη αιτία, η οικονομική συμβολή της γυναίκας λειτούργησε διευκολυντικά στις απαιτήσεις του σύγχρονου σπιτιού και τρόπου ζωής, ωστόσο η αυξημένη εξωοικιακή επαγγελματική δραστηριότητά της επηρέασε τη συζυγική και οικογενειακή ζωή, ιδιαίτερα στην περίπτωση όπου η εργαζόμενη γυναίκα είναι και μητέρα. Η επίτευξη αυτής της «διπλής αποστολής» αποτελεί το πραγματικό πρόβλημα της σύγχρονης γυναίκας.

Οι Ιδεολόγοι της παλαιάς σχολής πρεσβεύουν, και θέλουν πάντα να αποδεικνύουν με μεμονωμένα παραδείγματα, ότι η εργασία της μητέρας είναι «δηλητήριο» για τα παιδιά της. Αλλά τα επιχειρήματα και οι αποδείξεις τους είναι αβάσιμες. Από επιστημονικές έρευνες έχει αποδειχτεί για τα παιδιά των εργαζόμενων μητέρων ότι: «Αυτά τα παιδιά συνηθίζουν νωρίς να αυτενεργούν.

Μαθαίνουν νωρίς να εκτελούν ορισμένες εργασίες οικιακής φύσεως και να αναλαμβάνουν ευθύνες. Επίσης διαπιστώθηκε ότι, παιδιά ορφανά από πατέρα-ιδιαιτέρως όταν η μητέρα είναι χήρα -, παρ’όλη την επαγγελματική απασχόληση της μητέρας και τις οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν, παρουσιάζουν μια καλύτερη επίδοση στα μαθήματά τους, και σπάνια καταχωρούνται στους φακέλους των δικαστηρίων».

Άλλες έρευνες απέδειξαν ότι το 68% των εργαζόμενων μητέρων απασχολούνται καθημερινά, κατά μέσο όρο, δύο ώρες με τα παιδιά τους, με απασχόληση εντατικότερη από εκείνη των μη εργαζόμενων γυναικών. Το συγκεκριμένο εύρημα καταδεικνύει ότι δεν επιδρά αρνητικά η επαγγελματική απασχόληση της μητέρας, αλλά η στάση της.

Σε άλλο ερωτηματολόγιο που δόθηκε σε δύο ομάδες παιδιών –παιδιά με μητέρες εργαζόμενες και παιδιά με μητέρες μη εργαζόμενες– αποδείχτηκε ότι οι εργαζόμενες γυναίκες διαθέτουν περισσότερο χρόνο σε σύγκριση με τις μη εργαζόμενες. Σύμφωνα με τις κάτωθι μαρτυρίες:

«Η μητέρα μου έχει πάντα καιρό για μένα» απαντά η κόρη μιας γυναίκας που εργαζόταν σκληρά και διέθετε μόνο μια ώρα την ημέρα για το παιδί της.

«Ποτέ δεν είχε καιρό η μητέρα για μένα, εκείνη όλο μαγειρεύει, ράβει, φτιάχνει γλυκά, κι όταν της ζητήσω κάτι, μου λέει πάντα: “Τι θαρρείς, πως δεν έχω δουλειά;”». Έτσι παραπονιέται το παιδί μιας μητέρας που την απασχολούσαν μόνο τα οικιακά.

Η γυναίκα μπορεί να βρει το νόημα της υπάρξεώς της τόσο στον επαγγελματικό όσο και στον οικιακό τομέα. Άλλωστε, από χριστιανικής πλευράς δεν απορρίπτεται η επαγγελματική δραστηριότητα των γυναικών.

Έρευνα που διεξήχθηκε από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας ανάμεσα στις εργαζόμενες μητέρες, κατέταξε την εργαζόμενη μητέρα σε τέσσερις βασικούς τύπους, ως προς τη στάση της απέναντι στην οικογένειά της και στο επάγγελμά της.

α) Ο τύπος της «νοικοκυράς-μητέρας» γυναίκας, που συνήθως τον βρίσκουμε, σε εργάτριες και υπαλλήλους και που ταυτίζεται απόλυτα με το ρόλο της γυναίκας του σπιτιού.

β) Ο άλλος τύπος της «γυναίκας – νοικοκυράς» συναντάται στις γυναίκες που ναι μεν κλίνουν περισσότερο προς τις δουλειές του σπιτιού, αλλά συγχρόνως τις συνδέει κι ένας στενότερος δεσμός με το επάγγελμά τους.

γ) Για τον τύπο της εργαζόμενης γυναίκας που είναι αφοσιωμένη στην οικογένειά της, ο σύζυγος είναι το σημείο της ισορροπίας μεταξύ επαγγέλματος και οικογένειας.

δ) Υπάρχει και ο τύπος της εργαζόμενης γυναίκας που αποξενώνεται από την οικογένειά της. Ο τύπος αυτός ταυτίζεται με το επάγγελμα που εξασκεί και θεωρεί το ρόλο της μέσα στο σπίτι σαν μια δευτερεύουσα απασχόληση.

Σε όλες τις περιπτώσεις, η εργαζόμενη γυναίκα, που είναι συγχρόνως μητέρα και σύζυγος, και αποφασίζει να μοιράσει τη ζωή της ανάμεσα σ’αυτά τα δύο σοβαρά καθήκοντα, οφείλει να φροντίσει, να διατηρήσει την ψυχική της ισορροπία. Δεν πρέπει να επιτρέψει να ριζωθούν μέσα της συναισθήματα ενοχής, ούτε και θα πρέπει να επηρεάζεται από διάφορους καλοθελητές, ότι δήθεν παραμελεί τα μητρικά και συζυγικά της καθήκοντα – όπως συχνά λέγεται – για χάρη της εργασίας.

Η καταβολή δυνάμεων πρέπει να είναι ανάλογη με το σωματικό και ψυχικό δυναμικό που διαθέτει κάθε γυναίκα. Από την αβεβαιότητα του μητρικού ρόλου, μέσα σ’ένα κόσμο που αλλάζει αδιάκοπα, απορρέει αναγκαστικά και μια αβεβαιότητα της αγωγής. Ο Ferdinand Deter λέγει ότι: «Ο υπερβολικός φόρτος εργασίας της μητέρας είναι σε πολλές περιπτώσεις επίσης μια άμεση ή έμμεση αιτία ασθενειών. Αυτές οι γυναίκες μοιάζουν, κατά την Martha Moers «με κεριά αναμμένα κι από τις δύο άκρες». Είναι ένα ζωτικό θέμα, το αν η κοινωνία μπορεί να στερηθεί ακόμη για μεγάλο χρονικό διάστημα τη μητέρα χάρη της επαγγελματικής της απασχόλησης, πολύ δε περισσότερο χάρη της αφοσιώσεώς της στον τομέα των κοινωφελών/ κοινωνικών έργων, από τον οποίο λείπει ουσιαστικά η συμβολή της παντρεμένης μητέρας σαν πολιτιστικό στοιχείο».

Αναφορικά με τη δεύτερη αιτία εισόδου της γυναίκας στον επαγγελματικό στίβο, την απόκτηση κοινωνικού γοήτρου, η κοινωνική θέση της γυναίκας εξαρτάται σήμερα όχι μόνον από την καταγωγή της και τη θέση του συζύγου, αλλά και από την επαγγελματική θέση της ίδιας. Μικρός μόνον αριθμός γυναικών δρά είτε στην επιχειρηματικότητα είτε στην κατοχή ηγετικών θέσεων. Αιτία αποφασιστικής σημασίας αλλαγής για τις γυναίκες είναι: α) η αλλαγή της δομής των επαγγελμάτων στη βιομηχανική κοινωνία, β) το δημοκρατικό ιδεώδες της ισονομίας άνδρα-γυναίκας, γ) η αναγκαστική χρησιμοποίηση του γυναικείου εργατικού δυναμικού κατά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο και δ) η αύξουσα ανάγκη ειδικευμένων εργατικών δυνάμεων στις προοδευμένες βιομηχανικές χώρες.

Στην εξέλιξη της ζωής των διαφόρων λαών, η γυναίκα δεν είχε πάντα την ίδια κοινωνική θέση. Υπήρχε βέβαια εποχή, πριν από πολλούς αιώνες, που τα σκήπτρα στην κοινωνία τα κρατούσε η γυναίκα . ήταν η εποχή της μητριαρχίας. Αργότερα όμως, η γυναίκα ήρθε σε δεύτερη κοινωνική θέση και την πρώτη θέση στη διοίκηση της πολιτείας την πήρε ο άντρας. Υπήρξε, μάλιστα, εποχή που η γυναίκα θεωρούνταν «κτήμα» του άντρα, ο οποίος μπορούσε να την κάμει ό,τι ήθελε: να την σκοτώσει, να την πουλήσει, να την κακομεταχειριστεί. Αλλά με το πέρασμα των χρόνων αναγνωρίστηκε, ιδιαίτερα χάρη στους αγώνες φωτισμένων γυναικών, ότι η γυναίκα έχει ίσα δικαιώματα με τον άντρα σ’ όλες τις εκδηλώσεις της ζωής: στη μόρφωση, στο επάγγελμα ή στην αμοιβή εργασίας. Έτσι πραγματοποιήθηκε η λεγόμενη χειραφέτηση της γυναίκας.

Σήμερα αναγνωρίζεται απ’ όλον τον κόσμο η ισάξια με τον άντρα συμβολή της γυναίκας σ’όλες τις πλευρές της σύγχρονης ζωής: επιστημονική, τεχνική, εκπαιδευτική, οικονομική, επαγγελματική, καλλιτεχνική και, γενικά, εκπολιτιστική.

Για τη συμβολή αυτή της γυναίκας στη γενική εκπολιτιστική πρόοδο, γιορτάστηκε σε παγκόσμια κλίμακα, στα 1976 το «έτος γυναίκας» για να τιμηθεί ακριβώς το πρόσωπό της και ο ρόλος της στην αρμονική διαβίωση και την πρόοδο των λαών πάνω στη γη.