Οκτωβρίου 30, 2020

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

Χρήστος Ντίνος: Μουσείο Άλατος και συγκίνηση δακρύων

12  χρονών  μόλις τέλειωσε ο Β΄Παγκόσμιος και η χώρα απελευθερώθηκε από τους Ναζί κατακτητές.                                                                                                                                                                                                         Η χώρα μετρούσε τις πληγές της, ο λαός εξαθλιωμένος, πείνα, δυστυχία και μετά οι προστάτες μας, μας δημιούργησαν και τον εμφύλιο.

Χήρα η Μάνα μου με 4 ορφανά, αναζητώντας διάφορες δουλειές για την επιβίωση μας αλλά και της ίδιας επίσης. 

Κάθε καλοκαίρι, η συχωρεμένη Μάνα μου, με τις διακοπές του σχολείου μου, κάθε χρόνο με έβαζε και σε μια δουλειά, η πρώτη ήταν γκαρσόνι στο καφενείο του Κοκανια που βρισκόταν στην οδό  Ραζηκότσικα, η δεύτερη χρονιά, στο καροποιείο του Κειμωλιατη βρίσκονταν  εκεί που είναι σήμερα τα στρατιωτικά σπίτια έναντι τράπεζας Πειραιώς, τρίτη  χρονιά στο Κουρείο του Τέλη Σμπόρα στην επάνω  Αγορά  και η τέταρτη στην Αλυκή. 

Η Μάνα μου γνώριζε τον κ. Σαράντη, επιστάτη των Αλυκών Τουρλίδας (Μαύρης Αλυκής).  

Δεν  θυμάμαι το επώνυμο του, τον παρακάλεσε να με πάρει στην Αλυκή να δουλέψω, όταν τη ρώτησε πόσο χρονών είμαι, του είπε 12                                                                                                                                                         -και μπορεί να φτυαρίζει;                                                                                                                                                                                                                                                                                                                 -Όχι βεβαία, άλλη δουλειά για μικρούς δεν έχετε;                                                                                                                                                                                                                                                                         -Τέλος πάντων, στείλτον και βλέπουμε.

Έτσι και έγινε 4.00 το πρωί ήμουν στην Αλυκή, όταν παρουσιάστηκα στον κ. Σαράντη, οι εργάτες πήγαν στα τηγάνια που ήξεραν την δουλειά τους, (μου είπε δεν έχεις παπούτσια, πως θα περπατάς ξυπόλητος στο αλάτι θα σου πληγωθούν τα πόδια).                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                        Με έδιωξε και μου είπε, -να έρθεις αύριο με παπούτσια ή γαλότσες-, δυστυχώς ούτε το ένα υπήρχε ούτε το άλλο. 

Η  Μάνα μου, μου έδωσε πολλά πανιά να τυλίξω τα πόδια μου και από πάνω μάλλινα πλεγμένα τσουράπια, την άλλη μέρα το πρωί που με είδε ο κ. Σαράντης, του είπα πως θα περπατώ στο αλάτι και με κράτησε, αρχικώς με έστειλε να καθαρίσω το μικρό κτήριο που χρησίμευε για την διακοπή εργασίας (το διάλειμμα) και το φαγητό των εργατών.

Μετά το καθάρισμα του κτηρίου μου έδειξε, ένα (ΜΠΟΤ) τοπική διάλεκτος ονομασία της στάμνας και ένα αλουμινένιο κύπελλο. Έπρεπε να γεμίσω την στάμνα νερό και να γυρίζω στα τηγάνια που εργάζονταν οι εργάτες να τους δίνω νερό για να σβήνουν την δίψα τους μες το λιοπύρι. 

Θαύμαζα τα σκληρά  ηλιοκαμένα τους κορμιά να φτυαρίζουν γεμίζοντας τα βαγόνια με τα πλατιά φτυάρια, άλλοι τραβούσαν με ξύλινες τρίγωνες ξύστρες,  φτιάχνοντας μακρινούς σορούς και δίπλα έβαζαν τις σιδερένιες ράγες (γραμμές) που επάνω τους κυλούσαν τα βαγόνια. Όταν γέμιζαν  το βαγόνια  τα τραβούσαν  άλογα  μέχρι το μεγάλο  σορό και τα  άδειαζαν.

 Μετά  από  ¾  του αιώνα,  συγκεκριμένα 74 χρόνια μετά, προ ημερών βρέθηκα στο χώρο αυτό που 12 χρονών παιδάκι, έδινα νερό στους εργάτες, αντικρίζοντας το ίδιο κτήριο, τότε με τα τσουράπια και σήμερα με παπούτσια, ΝΑ ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ «ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΛΑΤΟΣ».

Χάρη στις άοκνες πολύχρονες προσπάθειες του Νίκου και της Δέσποινας Κορδόση ένα πρωτότυπο ΜΟΥΣΕΙΟ στο φυσικό του χώρο. 

Οι άνθρωποι αυτοί με το ανεπανάληπτο έργο τους, με την ιδέα και την οξυδέρκεια τους, την αγάπη και το απεριόριστο μεράκι χωρίς καμία κρατική βοήθεια προγράμματος, με δικούς τους πόρους, έκαναν το όνειρο τους πραγματικότητα, τα εκθέματά τους στο συγκεκριμένο Μουσείο αναμφισβήτητα προξένησαν θαυμασμό και συγκινήσεις στους επισκέπτες.

Όμως αγαπητοί μου Νίκο και Δέσποινα επιτρέψτε μου τον ενικό, η δική μου συγκίνηση  ήταν διαφορετική συνοδευόμενη με ρίγος, διότι καταφέρατε ΕΣΕΙΣ και η φύση, που με άφησε να ζήσω, να ξανά βρεθώ στο μέρος που είχα βρεθεί με τα τσουράπια πριν 74 χρόνια και σήμερα στα 86 μου με παπούτσι, να αντικρίσω το θαύμα σας και συγκρίνοντας τις δυο εποχές ακόμα και τώρα που γραφώ την ιστορία να μην μπορώ να κρατήσω τα δάκρυα μου.

Εγώ και η γυναίκα μου ευχόμαστε να είστε πάντα υγιείς πάντα υγιείς.

 

Χρήστος Ντίνος