Με την συμπεριφορά και τον χαρακτήρα του - σκλάβωνε και τον πιο βάρβαρο “ξυλοκόπο” αντίπαλο, με την πληθωρική παρουσία του - γέμιζε μόνος του ένα ολόκληρο γήπεδο, με τις μαγικές του ενέργειες - μαγνήτιζε μεμιάς τον φίλαθλο κόσμο και κανείς, μα κανείς - στις κατάμεστες τότε κερκίδες - δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του... από πάνω του!
Σήμα κατατεθέν του, πέραν του καλοσμιλεμένου σοκολατί σώματός του, τα κομψά και φανταχτερά κοτσιδάκια του - που φάνταζαν σαν μαστίγια που έδερναν τον αέρα - κάθε φορά που ίπτατο πάνω απ’ τους αντιπάλους του για να διεκδικήσει κεφαλιά ή για κοντρολάρει με το στήθος του την μπάλα... Αγωνίζονταν με την ίδια ευχέρεια σε όλες τις θέσεις του άξονα (οχτάρι, εξάρι, δεκάρι ακόμη και ως λίμπερο), διότι εκτός από αριστοτεχνικά χαρακτηριστικά και ομολογουμένως πλούσια αθλητικά προσόντα, διέθετε και την απαιτούμενη οξυδέρκεια που αναλογεί σε έναν παίκτη γεννημένο - πρωταγωνιστή. Ντελικάτος αλλά παράλληλα και σκληραγωγημένος, εξαίρετος ντριμπλέρ αλλά και φύσει αλτρουιστής, αρχηγός με όλη την σημασία της λέξης, χωρίς να απαιτείται ένα διακριτικό περιβραχιόνιο στο μπράτσο του, για να το διαπιστώσει κανείς.
Θα μπορούσε δίχως την παραμικρή αμφιβολία να αγωνιστεί στα κορυφαία ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, αν οι μεταγραφικοί όροι εκείνα τα χρόνια δεν ήταν τόσο απαγορευτικοί και εξοντωτικοί απέναντι στα δικαιώματα των αθλητών και αν οι χρόνιοι και συνεχείς τραυματισμοί του, δεν σταματούσαν με τόσο άδικο και βάναυσο τρόπο, τον ολάνθιστο δρόμο του προς την παγκόσμια καταξίωση. Αλλά τι νόημα έχουν όλα αυτά, θα αναλογιστεί ο καθείς, μπροστά στην αναγνώριση, στον σεβασμό και στην αγάπη που χαίρει ο απανταχού έλληνας φίλαθλος για εκείνον; Ο λόγος βέβαια, για τον έναν και μοναδικό μάγο της μπάλας, Νόνι Λίμα...

Η γέννηση και η διαδρομή μιας ανεκτίμητης ποδοσφαιρικής ιδιοφυίας
Ο Νόνι Λίμα (Λεονίλντο Λίμα Μπατίστα όπως είναι το πλήρες ονοματεπώνυμό του), γεννήθηκε την 1η Οκτωβρίου του 1956 στο Κάμπο Βέρντε (Πράσινο Ακρωτήριο). Εκεί άρχισε να ξεδιπλώνει το σπάνιο και πηγαίο ταλέντο του με την μπάλα, μαγεύοντας ξυπόλητος στις αμμουδιές και στις αλάνες. Ένας Έλληνας τραγουδιστής ονόματι Τόνι Ράμμος, θα ανακαλύψει τυχαία τις μαγικές του ικανότητες με το τόπι και θα του προτείνει να ταξιδέψει μαζί του ως την Ελλάδα, για να αγωνιστεί σε επαγγελματικό επίπεδο. Το 1976 λοιπόν, είναι η χρονιά που έρχεται στην χώρα μας και ντύνεται στα χρώματα του Πανιωνίου, αποτελώντας τον πρώτο έγχρωμο ποδοσφαιριστή στην ιστορία της Α’ Εθνικής. Με τους «πάνθηρες» θα αγωνιστεί έως το 1988 (12 συναπτά έτη) μετρώντας 304 συμμετοχές (μέσα στους πέντε πρώτους «ξένους» σε συμμετοχές στην ιστορία της Α’ Εθνικής) και 23 τέρματα αντίστοιχα, παίζοντας δίπλα σε σπουδαίους αστέρες εκείνης της εποχής (Μαύρο, Αναστόπουλο, Σαραβάκο, Μαυρίκη, Εμβολιάδη, Μωραϊτέλη,Παθιακάκη, Γραβάνη, Τσιαντάκη κ.ά).
Κορυφαία ίσως στιγμή της καριέρας του, η κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδος το 1979, απέναντι στην περίφημη τότε ομάδα της Α.Ε.Κ, πετυχαίνοντας μάλιστα και το γκολ της ανατροπής, στον επικό και αλησμόνητο για τους Νεοσμυρνιώτες τελικό, που διαδραματίστηκε στο Στάδιο “Γεώργιος Καραϊσκάκης” (Πανιώνιος - ΑΕΚ 3-1).

Η περιοδεία του... στους εγχώριους πάγκους
Αφού εγκαταλείψει τα γήπεδα της Α’ Εθνικής, θα επιλέξει να παραμείνει στον χώρο του ποδοσφαίρου, αναλαμβάνοντας από έναν διπλό ρόλο, αυτόν του προπονητού – παίκτη, αρχικά τον Ιωνικό Χίου και εν συνεχεία την Α.Ε. Μεσολογγίου. Με την έλευσή του, το καλοκαίρι του 1993, στην πόλη του Μεσολογγίου, ως φυσικό και επόμενο θα σκορπίσει ενθουσιασμό στις τάξεις της «Ένωσης». Πέραν μιας ηχηρής μεταγραφικής κίνησης και παράλληλα ενός πανελλαδικώς καταξιωμένου ονόματος, θα γνωστοποιήσει αμέσως με την παρουσία του στα μέρη μας, ότι επρόκειτο και για ένα πεντακάθαρο και αστραφτερό χαρακτήρα. Ένα κόσμημα εντός και εκτός των γηπέδων, με ταπεινοφροσύνη, μεγαλείο ψυχής και ευγένεια που λάτρεψε και αντιστρόφως λατρεύτηκε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της χώρας μας. Ένας λοιπόν, από εμάς - Έλληνας - προτού καν αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα, απλός – με καρδιά μικρού παιδιού, αλλά παράλληλα και πολυσύνθετος και πολυσήμαντος και τόσο... Μεγάλος!
Έπειτα θα καθίσει στους πάγκους πολλών σωματείων μεταξύ των οποίων ο Χαραυγιακός, ο Δωρικός, η Αχαϊκή, ο Πανναξιακός, η Αριάδνη Νάξου, ο Α.Ο. Θήβας, ο Ερμής Ερμιόνης, ο Αστέρας Αμαλιάδας, ο Ναυπακτιακός Αστέρας, ο Α.Ο. Κεφαλληνίας και ο Ηρακλής Ψαχνών. Θα είναι επί σειρά ετών προπονητής της ομάδας νέων του Πανιωνίου, ενώ θα έχει επίσης και ένα σύντομο πέρασμα από την πρώτη ομάδα (ως βοηθός και έπειτα ως υπηρεσιακός προπονητής). Ένας λοιπόν, πιστός και ακάματος στρατιώτης του Πανιωνίου και παράλληλα βασικό και αναντικατάστατο μέλος της ομάδας των παλαιμάχων του. Σήμερα, ζει μόνιμα στη Νέα Σμύρνη παρακολουθώντας τα ποδοσφαιρικά τεκταινόμενα και εστιάζοντας πρωτίστως την προσοχή του στα τρία αγαπημένα του τέκνα, την Ζίλντα, τον Μάρκο και τον Κωνσταντίνο - ο οποίος ακολούθησε τα χνάρια του και αγωνίζεται πλέον στην ομάδα της Επισκοπής Ρεθύμνου, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι γεννήθηκε στο Μεσολόγγι την χρονιά της ανόδου.

Το πρωτάθλημα του ’94 με την Α.Ε.Μ και η άνοδος στην Γ’ Εθνική
«Εκείνο το πρωτάθλημα της Δ’ Εθνικής ήταν πραγματικά πολύ δύσκολο, γιατί είχαμε να αντιμετωπίσουμε ισχυρούς αντιπάλους κυρίως από την Πάτρα αλλά και τον Παναιγιάλειο, ο οποίος μας κυνηγούσε και στόχευε μαζί με εμάς στον τίτλο...» θυμάται ο ίδιος ο Νόνι Λίμα και συνεχίζει αναφέροντας: «Ήμασταν όμως μια δεμένη ομάδα, με χαρακτήρα, που πολύ δύσκολα δέχονταν γκολ και από το κέντρο και μπροστά τα πηγαίναμε περίφημα, σκοράραμε εύκολα και παίζαμε ποδόσφαιρο κυριαρχίας. Καταφέραμε παρέα με όλα τα παιδιά στην Α.Ε.Μ να κατακτήσουμε το Πρωτάθλημα και να πανηγυρίσουμε την άνοδο στην Γ’ Εθνική και οι στιγμές εκείνες παραμένουν όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει στη μνήμη και στην καρδιά μου». Η Α.Ε.Μ στο τέλος εκείνης της περιόδου κατετάγη στην πρώτη από τις συνολικά 18 θέσεις του πίνακα της τελικής κατάταξης, συγκεντρώνοντας 81 βαθμούς – δέκα περισσότερους από τον δεύτερο Παναιγιάλειο. Διέθετε την καλύτερη επίθεση του πρωταθλήματος (με 81 γκολ) και την δεύτερη καλύτερη άμυνα (δεχόμενη μόλις 26 τέρματα), ενώ όσον αφορά την πλούσια τροπαιοθήκη του συλλόγου, η κούπα αυτή αποτέλεσε ουσιαστικά τον πρώτο της τίτλο στις εθνικές κατηγορίες.

Ήταν η χρυσή περίοδος του 1993-94, (επί προεδρίας Χρήστου Πέτρου), όπου η Αθλητική Ένωση Μεσολογγίου διέθετε στο έμψυχο δυναμικό της μια πλειάδα σπουδαίων παικτών (Χυτήρογλου, Κούση, Ζαβογιάννη, Πετούση, Νικολαΐδη, Ζαρκαβέλη, Στασινόπουλο, Ζαπαντιώτη, Ζευγίτη, Μουχάνη, Καλογερόπουλο, Γκρέκα, Λάϊο, Φονταλή κ.ά). Παίκτης - προπονητής ο ίδιος, βοηθός του ο Κώστας Τάκος (μεγάλη δόξα του Παναιτωλικού) και γυμναστής της ομάδας ο Γιώργος Πρεμέτης, με το Εθνικό Στάδιο Μεσολογγίου ασφυκτικά γεμάτο σε όλες τις εντός έδρας αναμετρήσεις... Όλα τα παραπάνω συστατικά, αποτέλεσαν αναμφίβολα την συνταγή της επιτυχίας και αποτελούν βέβαια μέχρι σήμερα, μία από τις σημαντικότερες στιγμές στην ένδοξη ιστορία των «κανονιέρηδων». Δέκα χρόνια αργότερα, Ο Νόνι Λίμα θα επιστρέψει στον πάγκο της Α.Ε.Μ (στο μέσον του Πρωταθλήματος της Δ’ Εθνικής) σε μία κρίσιμη χρονικά στιγμή του Συλλόγου – όπου και θα συνδράμει τα μέγιστα για να παραμείνει η ομάδα στην κατηγορία.

Οι αξεπέραστες παραστάσεις του με τη φανέλα της Α.Ε.Μ
Ο Νόνι Λίμα αποτέλεσε τον «κινητήριο μοχλό» αλλά και τον «εγκέφαλο», της θριαμβευτικής πορείας του 94’, συμμετέχοντας στους 33 από τους συνολικά 34 αγώνες του πρωταθλήματος και σκοράροντας παράλληλα τρεις φορές. Το πρώτο του τέρμα με τη φανέλα της Α.Ε.Μ το πέτυχε στο εναρκτήριο ματς της Δ’ Εθνικής στο Στάδιο Μεσολογγίου, απέναντι στον Εθνικό Πατρών. Η ομάδα του κόντρα στην ροή του παιχνιδιού βρίσκονταν πίσω στο σκορ με 0-1 και ο ίδιος ως χαρισματικός και γνήσιος ηγέτης, αποφάσισε την κατάλληλη στιγμή να δώσει το έναυσμα της αντεπίθεσης. Πήρε λοιπόν, τη μπάλα από τα χέρια του τερματοφύλακα Νικολαΐδη, ξεχύθηκε ως την αντίπαλη περιοχή περνώντας σαν σταματημένους 4-5 αντιπάλους του και ισοφάρισε σε 1-1. (Α.Ε.Μ - Εθνικός Πατρών 2-1). Εξίσου σπουδαία εμφάνιση αλλά και ανάμνηση από εκείνη την χρονιά ήταν και το τέρμα που σημείωσε στο νικητήριο 3-0 της «Ένωσης» απέναντι στον Παναιγιάλειο, παρουσία 5.000 και πλέον φιλάθλων, ενώ αξέχαστο επίσης παραμένει το υπό τις οδηγίες του εκκωφαντικό 10 - 1 απέναντι στην ομάδα της Ζακύνθου (στο βοηθητικό γήπεδο), που αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες σε έκταση νίκες στην ιστορία του μεσολογγίτικου συλλόγου.

Η περιπέτεια της υγείας του και το μήνυμά του στον κόσμο
Πρόσφατα νοσηλεύτηκε για περίπου έναν μήνα στο Σισμανόγλειο Γ.Ν Αττικής (από στένωση και απόφραξη καρωτίδας). Ο ίδιος αναρρώνει καλώς το τελευταίο χρονικό διάστημα και με αφορμή το πρόβλημα της υγείας του αναφέρει: «Όλος ο κόσμος στάθηκε δίπλα μου και δεν σας κρύβω ότι με συγκίνησε πολύ με το ενδιαφέρον και την στήριξή του στο πρόσωπό μου. Είμαι από είκοσι χρονών στην Ελλάδα – την νιώθω πατρίδα μου – γιατί εδώ έχω περάσει όλη σχεδόν τη ζωή μου – έχω υπηρετήσει και στον ελληνικό στρατό δύο φορές μάλιστα, για όσους δεν το ξέρουν...
Όλη η Ελλάδα με αγαπάει. Δεν έδωσα κι εγώ δικαιώματα ποτέ. Όπου κι αν πάω με αγκαλιάζουν και χαίρονται που με βλέπουν. Το ίδιο χαίρομαι κι εγώ. Αυτό είναι το κέρδος μου από το ποδόσφαιρο – η αγάπη του κόσμου και τώρα που πέρασα αυτές τις δυσκολίες το κατάλαβα ακόμη περισσότερο. Τους ευχαριστώ όλους απ’ όλα τα μέρη και ιδιαιτέρως τους φίλους μου από το Μεσολόγγι. Μπορεί να έμεινα λίγο καιρό, αλλά πρόλαβα κι έζησα πολύ όμορφες στιγμές σε αυτή την πόλη και θα την έχω για πάντα μέσα στην καρδιά μου. Μακάρι κάποια στιγμή να ξαναγυρίσω στην ομάδα, αν μου δοθεί η ευκαιρία και αν τυχών με χρειαστεί οπουδήποτε να την βοηθήσω με τον τρόπο μου. Το Μεσολόγγι το επισκέπτομαι συχνά, έχω μπορώ να πω οικογενειακούς μου φίλους εκεί, τον Γιάννη Παλιάτσα, τον Νιόνιο Μαρούλη (Μάστορα), τον Γιάννη Γουλή και πάρα πολλούς ακόμη. Τους χαιρετώ όλους, έναν προς έναν ξεχωριστά και εύχομαι όλοι τους να είναι καλά».
Εμείς, με την σειρά μας αγαπητέ Νόνι, σου ευχόμαστε ταχεία ανάρρωση, να είσαι πάντα καλά - παρέα με τα αγαπημένα σου πρόσωπα - και να συνεχίζεις να μας γοητεύεις στους αγωνιστικούς χώρους, συμβάλλοντας και πέραν της ψυχαγωγίας μας, στην αδιάκοπη και αξιέπαινη φιλανθρωπική σου δράση. Σε ευχαριστούμε για όλες τις μαγικές και αθάνατες στιγμές, που τόσο απλόχερα, μας έχεις χαρίσει...
Ηρακλής Παπαδόπουλος









