Φωτεινή Τσιτσώνη-Καβάγια: Η Γυναίκα της Ζάκυνθος και το Όνειρο της Μεσολογγίτισσας

 

 

Το έργο αυτό, υπήρξε για τον ποιητή, Δ.Σολωμό, «το προζύμι» των «Ελεύθερων Πολιορκημένων»! Εδώ, στο πεζό αυτό, συνδυάζεται το καλό με το κακό! Τα πρόσωπα του έργου αυτού και οι φυσιογνωμίες, που περιγράφονται, υπήρχαν και θα υπάρχουν στις κοινωνίες των ανθρώπων, σε διάφορες παραλλαγές. Δε θα πάψουν ποτέ μέσα σ’αυτές, να ζουν οι ζηλόφθονοι, οι κακορρίζικοι, οι χαιρέκακοι, οι δίκαιοι και οι άδικοι, και οι στοχασμοί για όλους αυτούς. Η «Γυναίκα της Ζάκυνθος», είναι μια ζωντανή ηθογραφία της κοινωνίας!

Και το γράφει στη Ζάκυνθο, ο Σολωμός, στο διάστημα της μεγάλης πολιορκίας του Μεσολογγίου,(1825-1826). Το θέμα: Η σκληρή συμπεριφορά μιας γυναίκας απέναντι στις Μισολογγίτισσες, που είχαν καταφύγει στη Ζάκυνθο, ζητώντας βοήθεια για την πολιορκημένη πατρίδα τους, και το μίσος της έναντι της Επαναστατημένης Ελλάδας! Κι οι γυναίκες από το Μεσολόγγι, επειδή έχουν έρθει αντιμέτωπες με τις στερήσεις, αναθυμούνται την πρότερη ζωή τους και την άνετη διαβίωσή τους! Στην αρχή, ντρέπονται να ζητιανέψουν και περιμένουν τη νύχτα, για να βγουν στους δρόμους, κι αισθάνονται άσχημα γι’ αυτό! Κι έχουν την αίσθηση της ευθύνης, επειδή, γνωρίζουν, πως, ενώ αυτές, βρίσκονται στην ασφάλεια της Ζακύνθου, η πατρίδα τους, το Μεσολόγγι, βομβαρδίζεται καθημερινά και οι άντρες τους κινδυνεύουν για την κατάκτηση της ελευθερίας! Πιστεύουν, πως έχουν υποχρέωση απέναντί τους, και ταπεινώνονται μπροστά στους Ζακύνθιους, και, ζητιανεύουν, για χάρη της πατρίδας τους. Κι όλα, τα υπομένουν με καρτερικότητα. Κι ενώ, οι κάτοικοι του νησιού, αντιμετωπίζουν τις Μεσολογγίτισσες με αγάπη και τους προσφέρουν ακόμα και οι φτωχοί από το υστέρημά τους, η «Γυναίκα της Ζάκυνθος», αντιμετωπίζει με εχθρότητα τις Μισολογγίτισσες και όχι μόνο δεν τις βοηθά, αλλά, και τις προσβάλλει!

Όμως, έχουν πάρει την απόφαση, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, άντρες και γυναίκες, να μείνουν ως το τέλος Ελεύθεροι, κι αυτό φαίνεται και στο όνειρο της Μεσολογγίτισσας του Σολωμού: «Είδα, λέει, πως κατέβαινα έναν κατήφορο, κι ήταν σκοτάδι. Κι έλεγα, θα γκρεμιζόμουνα στο ρέμα. Κι άκουγα και τη βουή του νερού και προσευχόμουν: Άη-Γιώργη μου, πολεμιστή, εσύ, που βοηθάς τους τυραγνισμένους, κάμε σωτηρία στον κόσμο σου. Έκαμα το σταυρό μου κι έκαμα ν’ανεβώ τον ανήφορο. Μα ήτανε κοφτός και τον σκαρφάλωνα σα σκύλα, με τα γόνατα και με τα νύχια..., όπου, βλέπω μπροστά μου έναν Αράπη και μου λέει:

-Εσύ, με ποιον είσαι;

-Με το Μεσολόγγι, του απαντώ, κι ύστερα ξανάρχισα πάλι ν’ ανεβαίνω, και να πάλι ο Αράπης...

-Με ποιον είσαι, μου λέει.

-Με το Μεσολόγγι, του ξαναλέω, με πείσμα. Με ξανασπρώχνει αυτός, μα, εγώ τώρα δεν έπεσα στο ρέμα... και...προχώρησα! Και είδα μιαν Εκκλησία, και, βλέπω εκεί, όλους τους σκοτωμένους, που κρατούσαν κεριά στα χέρια, και βλέπω εκεί τα παιδιά μου και τον άντρα μου... Βάλθηκα τότε, να χτυπάω την πόρτα, για να μου ανοίξουν να πάω κοντά τους..., μα δεν κατάφερα τίποτις....κι άρχισα τα κλάματα...Και λέει μια γυναίκα:

-Εσύ, κυρά μου, αφού σκοτώθηκε ο άντρας σου και τα παιδιά σου, πάει, ξεμπέρδεψες... Τι άλλο χειρότερο μπορείς να πάθεις; Τι κάνεις εμάς, που έχουμε εκεί τους δικούς μας, στο Μεσολόγγι και ζούμε με τη λαχτάρα, πως τώρα θ’ακούσουμε το κακό και το χειρότερο...

-Καλά λες,...τι θέλω εγώ τώρα; Εγώ πρέπει να κλαίω για όλους τους σκοτωμένους και να πονάω για όλους τους ζωντανούς, σαν να ήτανε όλοι δικοί μου, αδέρφια μου και συγγενήδες μου αγαπημένοι!».

Η χαροκαμένη Μεσολογγίτισσα, με πείσμα προσπαθεί ν’ανέβει τον ανήφορο, τον ανήφορο που συμβολίζει τη λευτεριά, για να’βρει την ανεξαρτησία της, πάντα με πίστη στο Θεό και στο Μεσολόγγι και αγάπη για όλους τους σκοτωμένους και ζωντανούς, σαν να’τανε αδέρφια της! Αυτό ήταν το πνεύμα όλων των Εξοδιτών, όταν αποφάσισαν την Έξοδο!

 

Κι ύστερα... «Μια καινούρια πλάση, μια γεννήτρα,

Φούντωσε απ’τα χαλάσματα του Μεσολογγιού»,

κατά τον Εθνικό μας ποιητή Κωστή Παλαμά.

 

 

Της Φωτεινής Τσιτσώνη-Καβάγια