Φεβρουαρίου 12, 2026

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

Ανηφορίζοντας στον Αράκυνθο-Ζυγό: Της Φωτεινής Τσιτσώνη-Καβάγια

 

 

ΕΛΛΑΔΑ! Χώρα του Ήλιου και της θάλασσας, χώρα, που λούζεται στης Μεσογείου τα γαλάζια νερά, χώρα, που περιβάλλεται από εκατοντάδες νησιά, μεγαλύτερα και μικρότερα, αλλά, και χώρα των βουνών, αφού, τα 4/5 της επιφάνειάς της είναι ορεινά, με τα βουνά της, να αποτελούν τη συνέχεια των Δειναρικών Άλπεων (Γιουγκοσλαβία), που, και αυτή η οροσειρά ξεκινάει απ’ την κεντρική των Άλπεων, βουνά, που, κατευθύνονται νότια, φτάνοντας ως την Κρήτη, και μέσω αυτών,της Καρπάθου και της Ρόδου, καταλήγουν στον Ταύρο της Μ.Ασίας. Το ορεινό αυτό τόξο, περιλαμβάνει στο ελληνικό έδαφος, τα βουνά της Πίνδου, της Πελοποννήσου, των Κυθήρων, και, Αντικυθήρων, καθώς, και αυτά της Κρήτης, της Καρπάθου και της Ρόδου. Πέραν όμως της κύριας αυτής αλυσίδας, υπάρχουν και παρακλάδια των βουνών αυτών, που, διακλαδίζονται στις περιοχές της Ελλάδας, που κρύβουν στα σπλάχνα τους, πετρώματα, όπως ο ασβεστόλιθος, αλλά και μέταλλα, όπως ο βωξίτης,  και, που στην περιήγησή τους σ’ αυτά, θα συναντήσεις κέντρα χιονοδρομικά, δάση πυκνά, κατάφωτα λιβάδια, βράχια απόκρημνα, καταφύγια, λίμνες, βουνίσια ποτάμια, άλλοτε με αφρίζοντα κι άλλοτε με ήρεμα νερά, αλλά και άφθονη άγρια χλωρίδα και πανίδα.

  Ένα παρακλάδι των βουνών αυτών, είναι και το όρος του Αράκυνθου ή Ζυγού, βόρεια της Ι.Π. του Μεσολογγίου, ένα όρος, ύψους 934μ., φορτωμένο με μύθους, με θρύλους, με ιστορία και στο  οποίο ανταμώνουν και συνάδουν όλα αυτά! 

  Κατά τη αρχαιότητα, μια από τις κορφές του βουνού αυτού, ήταν το Κούριο Όρος, όπου, και, κατοικούσαν οι Κουρήτες, ενώ, στις νότιες πλευρές του, δέσποζαν οι ονομαστές πολιτείες της Καλυδώνας και της Πλευρώνας.

  Σήμερα, από την πιο ψηλή κορφή του, που ονομάζεται Γρεβενό, η θέα είναι μοναδική, είναι «το αγνάντι της περιοχής»,  από όλες τις πλευρές. Σαν βρεθείς εκεί πάνω, από τη μια, αγναντεύεις τις εκβολές του Ευήνου και του Αχελώου, τη μοναδική λ/σσα του Μεσολογγίου-Αιτωλικού, ενώ, από την άλλη, η ματιά σου φτάνει ως τα όρη της Ναυπακτίας, τις ψηλές βουνοκορφές του Παναιτωλικού, των Ακαρνανικών, των ορέων του Βάλτου, κι αν παρατηρήσεις ακόμα πιο μακριά, ίσως, και ξεχωρίσεις, αν ο ορίζοντας είναι καθαρός, τα μακρινά βουνά της Ηπείρου, όπως τον Τόμαρο και τα Τζουμέρκα. 

  Οι πλαγιές των ελληνικών βουνών, κατοικήθηκαν από πολύ παλιά. Αυτό φαίνεται, σαν αντικρίζουμε πάνω σ’ αυτές, λείψανα από φρούρια και πόλεις, που σώζονται σε διάφορες ορεινές τοποθεσίες, λείψανα των τειχών και των κάστρων, από τα οποία περιβάλλονταν και προστατεύονταν, και τα οποία, σε πολλές περιπτώσεις είχαν μετατραπεί, σε δύσκολους καιρούς πολέμου, σε «κάστρα της λευτεριάς», λόγω του δύσβατου του τοπίου τους, αλλά, και του «ατίθασου χαρακτήρα» των κατοίκων τους. Εκεί, μάλιστα,  ήταν, που έκαναν την εμφάνισή τους και οι «αντάρτες πολεμιστές», οι επωνομαζόμενοι «κλέφτες», κατά τον καιρό της τουρκοκρατίας, όπου και κατέφευγαν, για να αναπνέουν τον καθαρό αέρα της λευτεριάς! Και μάλιστα θεωρούσαν μέρος της φύσης τον εαυτό τους, και ο λαός τραγουδούσε στα τραγούδια του:

«Να’μουν τον Μάη μπιστικός, τον Αύγουστο, δραγάτης,

και στην καρδιά του χειμωνιού, να΄μουνα κρασοπούλος.

Μα, πιο καλά,ήταν, να΄μουνα, αρματωλός και κλέφτης,

να’χα τα βράχια αδέρφια μου, τα δέντρα, συγγενάδια,

να με κοιμάν’οι πέρδικες, να με ξυπνάν’τ’αηδόνια…»

  Έτσι, και κατά την Τουρκοκρατία, η περιοχή του Αράκυνθου ονομαζόταν «βιλαέτι του Ζυγού», ενώ, κατά την πρώτη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας, ονομάστηκε, Επαρχία του Ζυγού. 

 Στην αρχαιότητα, η Καλυδώνα και η Πλευρώνα, που κυριαρχούσαν στις πλαγιές του, ήταν δυο, από τις πέντε σπουδαιότερες πόλεις της Αιτωλίας,(οι άλλες τρεις ήταν, η Χάλκεια, η Ώλενος και η Πυλήνη), που πήραν μέρος, σύμφωνα με τον Όμηρο, στην Τρωική Εκστρατεία.

  Με την Καλυδώνα είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι οι μύθοι του Μελέαγρου, ενός εκ των τεσσάρων παιδιών του βασιλιά της, του Οινέα, και της βασίλισσας Αλθαίας, ο οποίος Μελέαγρος, ανέλαβε το κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου, όπου ενεπλάκησαν, η τοπική θεά Άρτεμις, που λατρευόταν σε μεγάλο ναό εκεί, που τον ονόμαζαν  Λάφριο, και, μάλιστα,  αυτή ήταν, που εκδήλωσε τη «μήνιν της», στέλνοντας στην πολιτεία τον Καλυδώνιο Κάπρο, εκδικητικά, για να καταστρέψει τις καλλιέργειες των κατοίκων της, που δεν τη σεβάστηκαν, αποδίδοντας τις τιμές που έπρεπε στο πρόσωπό της,  Επίσης, στο κυνήγι αυτό, πήρε μέρος και η κυνηγός Αταλάντη, που έφτασε εκεί από την Αρκαδία, αλλά, και άλλα σημαντικά πρόσωπα και ήρωες της εποχής. Ο  μύθος του Καλυδώνιου Κάπρου, ήταν μύθος, που συμβόλιζε, τη ρεαλιστική μάχη του ανθρώπου με τη φύση, αλλά και την  πάλη του καλού με το κακό. 

  Πόλη ξακουστή και τρανή της Αιτωλίας τότε η Καλυδώνα, με δάση πυκνά από βελανιδιές στην κατοχή της, με αμπέλια, με καράβια, που ήταν ο πλούτος και η δύναμή της, περιτειχισμένη από τείχη, με δημόσια κτήρια, ιδιωτικές κατοικίες, αποχετευτικό δίκτυο, Ιερά, Βουλευτήριο, Θέατρο.

  Σ’ έναν άλλο λοφίσκο του Ζυγού, με το όνομα «Κάστρο της κυρα-Ρήνης»,συναντάμε σήμερα, και τα ερείπια της Νέας Πλευρώνας, πόλη που χτίστηκε μετά την καταστροφή της Παλαιάς Πλευρώνας, της ομηρικής, τα ερείπια της οποίας διακρίνονται στους λόφους Γυφτόκαστρο ή Ασφακοβούνι  και Πετροβούνι, (πήρε κι αυτή μέρος στην Τρωική Εκστρατεία με τον βασιλιά Θόα). Καταστράφηκε από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, το 235 π.Χ., και εκεί σήμερα, εντυπωσιάζεσαι, παρατηρώντας τα τείχη της, με τις οκτώ ορατές τους πύλες, τους πύργους των, τις κλίμακες ανόδου σε αυτούς, και ορισμένα από τα κυριότερα μνημεία, όπως τη Δεξαμενή του νερού, λαξευμένη στο βράχο, την Αγορά με δημόσια κτήρια, την οχυρωμένη Ακρόπολη, όπου δέσποζε μικρός Ναός, αφιερωμένος στην Αρακύνθια Αθηνά, ρυθμού δωρικού. Εκτός των τειχών, κοντά στην Κεντρική Πύλη, υπάρχουν τάφοι καλοδιατηρημένοι, μακεδονικού τύπου, και  θέατρο κατασκευασμένο στα τέλη του 3ου αι.π.Χ.

  Σήμερα, στον Αράκυνθο, συναντάμε, και  δάση από πλατύφυλλες καστανιές και δρύες αιωνόβιες, κέδρα, πουρνάρια, πλατάνια, ρείκια, και βλάστηση χαμηλή, από θάμνους και πόες, που συνθέτουν ένα μαγικό σκηνικό, και, όπου, ανάμεσά τους ζουν αγριογούρουνα, ελάφια,(και μάλιστα, κατά τη μυθολογία, αυτά, που έσερναν το άρμα της θεάς Αρτέμιδος, οι Καλυδώνιοι, τα έπαιρναν τότε  από τα δάση του Ζυγού), σκίουροι, χελώνες, και, άλλα άγρια ζώα, καθώς και πολλά ερπετά και πουλιά. Ένα βουνό, μεγίστης οικολογικής σημασίας, που, μαζί με το φαράγγι της Κλεισούρας, προστατεύεται από το Δίκτυο Natura 2000. 

  Στα προεπαναστατικά και επαναστατικά χρόνια, εκεί έστησαν τα αρματολίκια τους, και  ξακουστοί καπετάνιοι, όπως, ο πρωτοκλέφτης του Ζυγού, καπετάν Δημήτριος Μακρής, καθώς και οι αδερφοί Ντοβαίοι.

  Στις νότιες παρυφές του βουνού, ο επισκέπτης, μπορεί να θαυμάσει τη φύση σε όλο της το μεγαλείο, αυτή την εποχή, και κυρίως το φθινόπωρο, καθώς βαδίζει, μέσα σε πλατάνια αιωνόβια, με εναλλαγές απίστευτες χρωμάτων, μέσα στο φθινοπωριάτικο φως του ανοιχτού και βαθιού πράσινου, του χρυσαφιού, του πορτοκαλί, του καφετιού, κι όχι μόνο, όταν η μέρα είναι ηλιόλουστη! Δέντρα, με ζωή χρόνων πολλών, κουφαλωμένα κι αγκαλιασμένα, απ’τον κισσό, που, σκαρφαλώνει ίσαμε τα ύψη των πελώριων κορμών, ενώ, οι κληματίδες πνίγουν τους κλώνους τους, κι αγκαλιάζονται με τα πυκνά φυλλώματά τους, σ’έναν πυκνό θόλο. Από κάτω του θα νιώσει, μια υγρή πρασινάδα, που, έχει ποτιστεί από τη νυχτερινή των δέντρων διαπνοή, ενώ, ολοτρόγυρα ξεχύνεται το μεθυστικό άρωμα και μελωμένο, λες, των αναρίθμητων αγριόχορτων και αγριολούλουδων. Κυριολεκτικά, μια απέραντη θάλασσα της φύσης, ένα  τοπίο μαγικό, παραδείσιο, μια γαλήνη ονείρου!

 Στης τουρκοκρατίας τα χρόνια, τα λημέρια του Ζυγού, ήταν χώρος συνάντησης των κλεφταρματολών της περιοχής, αλλά και ο «ορισμένος τόπος των Εξοδιτών», το βράδυ της Εξόδου,10 Απριλίου 1826, που είχε οριστεί, το βυζαντινό μοναστήρι του Αγίου Συμεών, που ο κάθε ευλαβής προσκυνητής, μπορεί και σήμερα να επισκεφτεί . 

  Σε  απόσταση 3 χλμ. από το χωριό Ελληνικά, (ή αλλιώς Σεβίστα ως τα 1828), είναι, και το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, το οποίο διοικητικά ανήκει στα Ελληνικά, ενώ, υπάγεται στο Δήμο Ι.Π.Μεσολογγίου, ενώ πιο πάνω θα συναντήσει και αυτό, του Αγίου Γεωργίου της Χούνιστας, που, το’ χτισαν οι Μεσολογγίτες, που διασώθηκαν, μετά από την καταστροφή των Ορλωφικών,(1770). Το χωριό των Ελληνικών, είναι χτισμένο σε υψόμετρο 720μ. και, απαρτίζεται από δύο οικισμούς, αυτούς, των Άνω Ελληνικών, στα 720μ.,και, των Κάτω ή Κάτω Αμπέλια, στα 560μ.. Είναι μια περιοχή, με άφθονη αιγοτροφία, αμπελοκαλλιέργειες και σπάνια πετρώματα, τόσο για επεξεργασία μαρμάρου, όσο και για πετροστοιχίες.

  Περιοχές όλες αυτές του Αράκυνθου-Ζυγού, όπου σε όλες τις μεριές του, συνάδουν, και  συμβαδίζουν αρμονικά, οι μύθοι, που, αντανακλούν διαχρονικά, την ιστορική πραγματικότητα και τον πολιτισμό που άκμασε στα μέρη αυτά, κατά την αρχαιότητα, και τις μετέπειτα περιόδους, μια πραγματικότητα, που στ’αλήθεια, αξίζει να ανακαλύψουμε!