Ο Μάρτης, είναι, ο τρίτος μήνας του έτους στο Ημερολόγιό μας, και το όνομά του, το οφείλει στον ρωμαϊκό θεό Μαρς, το Θεό του πολέμου, αλλά, και της αγροτικής καλλιέργειας. Στην ελληνική Μυθολογία, ο Μαρς, είναι ο θεός Άρης.
Για τους Ρωμαίους, ο Μάρτης, επειδή ήταν ο μήνας, που, ο καιρός «άνοιγε», δηλ., η μέρα μεγάλωνε, ήταν γι’ αυτούς, συνυφασμένος με τον πόλεμο, επειδή, τότε ήταν, που ξεκινούσαν, τις πολεμικές τους επιχειρήσεις.
Η παλιότερη ρωμαϊκή ονομασία του, ήταν, Primus, δηλ., Πρώτος μήνας. Ήταν ο πρώτος μήνας του ρωμαϊκού έτους, που, τότε, ήταν δεκάμηνο. Γρήγορα όμως, ο Πρώτος, μετονομάστηκε σε Μάρτη, επειδή, αυτός ο μήνας, συνέπιπτε να είναι και ο πρώτος της άνοιξης.
Αργότερα, όταν το δεκάμηνο έτος των Ρωμαίων, έγινε δωδεκάμηνο, και, μετατέθηκε η αρχή του χρόνου, στον μήνα Ιανουάριο, δηλ. στο χρονικό διάστημα, της χειμερινής τροπής του Ήλιου, τότε, ο Μάρτης, πήρε την τρίτη θέση. Ωστόσο, και, ύστερα από τη μετάθεση της αρχής του έτους στην πρώτη Ιανουαρίου, η πρώτη του Μάρτη, εξακολουθούσε να είναι πρωτοχρονιά για τους Ρωμαίους, και ονομαζόταν «πάτριος πρωτοχρονιά», σε αντίθεση με την «ιερατική», που ήταν η πρωτοχρονιά της πρώτης Ιανουαρίου, αλλά, και με την «πολιτική ή κυκλική», που, ήταν η πρωτοχρονιά του Σεπτέμβρη, και, αυτή μάλιστα, καθορίστηκε, από τότε, που το ρωμαϊκό κράτος, στηριζόταν οικονομικά στους φόρους των υπηκόων του. Θεσπίστηκε, δηλ., να γιορτάζεται η «κυκλική ή πολιτική» πρωτοχρονιά, τη χρονική, αυτή περίοδο του φθινοπώρου, που, η συγκομιδή των καρπών, είχε πια τελειώσει, και, μπορούσε, να λογαριαστεί ο φόρος των πολιτών στο κράτος, που, υπολογιζόταν σε είδος.
Η πρώτη του Μάρτη, στα ρωμαϊκά χρόνια, ήταν για τους Ρωμαίους μεγάλη αργία, και, τελούσαν εκείνη τη μέρα, γιορτή, που ονομαζόταν Αρμιλλούστρια, που σημαίνει καθαρισμός, ή εξαγνισμός των όπλων, και γινόταν στο τέμενος του θεού Άρη. Αυτή, βέβαια, η γιορτή, είχε σχέση με τον πόλεμο. Την ίδια όμως μέρα, οι Ρωμαίοι, τιμούσαν και τη θεά Ήρα, που ο ιερέας της, ανακήρρυτε, πως, εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα, έπρεπε να φάνε και να πιούνε όλοι κάτι γλυκό, «προς φυλακήν υγείας», δηλ., για να διαφυλάξουν και να προστατέψουν την υγεία τους. Τα δρώμενα αυτά, της μέρας αυτής, είχαν άμεση σχέση με την αρχή της άνοιξης, οπότε, ο ανθρώπινος οργανισμός τότε, λόγω των συνθηκών του καιρού, δηλ., λόγω της μετάβασης από το κρύο του χειμώνα, σε πιο ήπια εποχή, που είναι η εαρινή, είναι περισσότερο επιρρεπής στις επιδημίες. Γνωστό είναι άλλωστε, πως, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, στις χώρες της οθωμανικής αυτοκρατορίας, εμφανιζόταν η πανούκλα στους ανθρώπους, στην αρχή αυτής της χρονικής περιόδου!
Μήνας Μάρτης, λοιπόν, που παλιά, και για τους αρχαίους Έλληνες, ήταν, ο πρώτος μήνας του χρόνου, και τα παιδιά έλεγαν την πρώτη του μέρα κάλαντα. Τότε η ονομασία του ήταν Ελαφηβολιώνας, δηλ. ήταν ο μήνας, ο αφιερωμένος, στην Ελαφηβόλο Άρτεμη. Ελαφηβόλος, σημαίνει κυνηγός.
Αν και το όνομα του Μάρτη, όμως, είναι φιλοπόλεμο, είναι γενική η αποδοχή, πως, αυτός, είναι, ο μήνας, που, δίνει το σύνθημα της «ειρήνης στη Γη», της άνοιξης, της καλοκαιριάς! Φέρνει την καλοκαιριά, σταματάει την κακοκαιρία του χειμώνα, ανοίγει τα μπουμπούκια, φέρνει τη γιορτή του Ευαγγελισμού και της πατρίδας μας. Γι’ αυτό άλλωστε και ο λαός του έχει προσδώσει και πολλά ονόματα. Πώς τον λέει; Τον ονομάζει, Ανοιξιάτη, (μετά το χειμερινό Ηλιοστάσιο του Δεκέμβρη, ο Ήλιος πλησιάζει ξανά προς το βόρειο Ημισφαίριο, με αποτέλεσμα το μεγάλωμα της μέρας. Στις 21 Μαρτίου, έχουμε την εαρινή Ισημερία, και.. «κάθε Μάρτη και Σεπτέμβρη, ίσο το μερόνυχτο», δηλ., τους μήνες αυτούς, έχουν,12 ώρες, η μέρα, και, 12 ώρες η νύχτα. Και από εκεί και πέρα, δηλ., από τις 21 Μαρτίου και μετά, αρχίζει το μεγάλωμα της μέρας, ως τις 24 Ιουνίου, που, είναι η μεγαλύτερη διάρκειά της ).
Τον ονομάζει επίσης, Κλαψομάρτη, γιατί… «πότε κλαίει, πότε γελάει», άλλοτε με τις λιακάδες του, κι άλλοτε με τις βροχές του, τον αποκαλεί και Φυτευτή, επειδή το Μάρτη φυτεύονται και οι καινούριες καλλιέργειες του καλοκαιριού, και, επίσης, Βαγγελιώτη, Παλουκοκαύτη, Γδάρτη, Σαρακοστίτη, («Λείπει ο Μάρτης απ’τη Σαρακοστή;»), Λιοπυράρη. Και…επειδή πολλές φορές, «θυμώνει», και, εκεί, που ο ήλιος λάμπει, ξαφνικά, συννεφιάζει, κι έρχονται βροχές, κρύα και χιόνια…, λένε κι άλλα πολλά γι’αυτόν.
«Το Μάρτη, ξύλα φύλαγε, μην κάψεις τα παλούκια», «Μάρτης, Γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης», «Τα παλιά παλούκια καίει, τα καινούρια ξεριζώνει», «Ο Μάρτης ο Πεντάγνωμος, πέντε φορές εχιόνισε, και πάλι το μετάνιωσε, που δεν εξαναχιόνισε» «Οπού’χει κόρην ακριβή, του Μάρτη ήλιος μην τη δει», «Τα λόγια σου είναι ψεύτικα σαν του Μαγιού το χιόνι, οπού το ρίχνει αποβραδίς και δεν το ξημερώνει»…
Τα χελιδονίσματα
Την πρώτη μέρα του Μάρτη, παλιά, τα παιδιά, έλεγαν τα κάλαντα, τα κάλαντα του Μάρτη και της άνοιξης ή αλλιώς, τα χελιδονίσματα!
Στα χέρια τους κρατούσαν μια ξύλινη χελιδόνα και ένα καλάθι γεμάτο από φύλλα κισσού, σύμβολο της βλάστησης. Ξεχύνονταν, λοιπόν, «τραγουδώντας την», τραγουδώντας την άνοιξη, στους δρόμους, για να την «καλοσωρίσουν». Σε κάθε σπίτι που πήγαιναν, η νοικοκυρά, έπαιρνε φύλλα κισσού από το καλάθι τους, και τα’βαζε στο κοτέτσι, για να γεννούν οι κότες της, πολλά αβγά.
Στο λαιμό της χελιδόνας, τα παιδιά, είχαν περασμένη ασπροκόκκινη κλωστή, που, την έλεγαν «μαρτίτσι» ή «Μάρτη» ή «μαρτιάτικο». Φορούσαν όμως και κάτι τέτοιο στο χέρι, για να μην τα καίει ο ήλιος του Μαρτιού, που, πραγματικά καίει πολύ, γι’ αυτό, και του είχαν προσδώσει και το προσωνύμιο, «Λιοπυράρης». Το «μαρτίτσι», το φορούσαν ως τη Λαμπρή, οπότε, το πετούσαν στη φωτιά που έψηναν το αρνί, ή το έκαιγαν με τη λαμπάδα, που έφερναν από την Εκκλησία με το φως της Ανάστασης, ή ακόμα, κι όταν έβλεπαν το πρώτο χελιδόνι να πετάει στον ουρανό, το έβγαζαν από το χέρι, και το κρεμούσαν πάνω σε μια τριανταφυλλιά.
Με τα χελιδονίσματα, τα παιδιά, εύχονταν στα σπίτια από όπου περνούσαν, για τη γονιμότητα των ζώων και των φυτών και οι νοικοκυρές τους χάριζαν δώρα.
Επειδή μάλιστα, στον τόπο μας, ο ερχομός της άνοιξης συνδέεται με τον ερχομό των χελιδονιών, στα χελιδονίσματα των παιδιών ακουγόταν και τα λόγια:
Άφκα σύκα και σταφύλια, (αυτούς τους καρπούς, δηλ.,άφηνε, πίσω του, δηλ. το χελιδόνι, όταν έφευγε, το φθινόπωρο)
Και στ’αλώνι θυμωνίτσα.
Κι ήρθα πίσω κι ήβρα φύτρα…
Μάλιστα, τη λέξη «φύτρα», την έλεγαν στο τραγούδι, 5 φορές, κι αυτό λειτουργούσε ως ξόρκι, σαν να ήθελαν δηλ. με την επανάληψη της λέξης αυτής, να προσελκύσουν την καλή ανάπτυξη των καινούριων καλλιεργειών της άνοιξης, αλλά, και, την καλή σοδειά των καρπών!
Και, τα παιδιά, συνέχιζαν, τραγουδώντας…
Ήρθε, ήρθε χελιδόνα,
Ήρθε κι άλλη μελιδόνα,
Κάθισε και λάλησε,
Και γλυκά κελάηδησε:
Μάρτη, Μάρτη, βροχερέ,
Και Φλεβάρη, φοβερέ,
Κι αν τσικνίσεις,
Κι αν φλεβίσεις,
Καλοκαίρι θα μυρίσεις!
Κι αν χιονίσεις,
Κι αν κακίσεις,
Πάλι άνοιξη θ’ανθίσεις!
Κύματα κι αν έσκισα,
Έσπειρα κονόμισα
Κι ήρθα τώρα κι ήβρα φύτρα,
Κι ήβρα χόρτα, σπάρτα, βλύτρα,
Βλύτρα, βλύτρα, φύτρα, φύτρα.
Ύστερα από αυτά τα λόγια, τα παιδιά, απευθύνονταν στη νοικοκυρά του σπιτιού, για να τους δώσει κάτι για τον κόπο τους, και έλεγαν:
Συ, καλή νοικοκυρά, έμπα στο κελάρι σου,
φέρε αβγά περδικωτά και πουλιά σαρακοστά,
δώσε και μιαν ορνιθίτσα, φέρε και μια κουλουρίτσα.
Όρισεν ο δάσκαλος, κι ο Θεός που τα’δωκε,
ν’αγοράσουμε οχτώ, να πουλούμε δεκαοχτώ,
να κερδαίνουμε τριάντα, διάφορα μεγάλα πάντα.
Και στο σπίτι, και στη χώρα, μέσα που’ρθαμε δω τώρα,
μέσα γεια, μέσα χαρά, στον αφέντη, στην κυρά,
στα παιδιά και στους γονείς, σ’όλους τους τους συγγενείς!
Μέσα Μάρτη, έξω ψύλλοι,
έξω εχτροί, σας τρών’οι σκύλοι.
Μέσα φίλοι και χαρές,
Και φέτος και του χρόνου!
Τα χελιδονίσματα, ήταν κι έθιμο της αρχαιότητας, και, τότε, τα παιδιά, τραγουδούσαν:
Ήρθε, ήρθε χελιδών, καλάς ώρας άγουσα,
και καλούς ενιαυτούς.
Επί γαστέρα λευκά,
Κι επί νώτα μέλανα!
Κι ύστερα απευθυνόμενα στη νοικοκυρά, έλεγαν:
Παλάθαν συ προκύκλει,
(δηλ.,κύλησέ μας προς τα έξω, δώσε μας, μια κουλούρα)
Εκ πίονος οίκου!
(από το πλούσιο σπίτι σου).
Επειδή ο Μάρτης έχει άμεση σχέση με τη γεωργία, οι ανοιξιάτικες βροχές του, είναι πολύ απαραίτητες, για την πλούσια και καλή σοδειά.
«Αν βρέξει ο Μάρτης δυο νερά κι Απρίλης άλλο ένα,
χαρά σ’εκείνον τον ζευγά, που’χει πολλά σπαρμένα».
Η ευεργετική μάλιστα δύναμη, που κλείνουν μέσα τους οι ανοιξιάτικες βροχές και ο ζεστός ήλιος, που γονιμοποιεί τη φύση και την κάνει να βλασταίνει, εντοπίζεται και μορφοποιείται από το λαό, σε δύο κυρίως γιορτές του Μάρτη: αυτές, των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων, στις 9 του μήνα, και του Ευαγγελισμού, στις 25. Ανήμερα των Αγίων Σαράντα, πιστεύει ο λαός, πως ό,τι κι αν φυτέψεις, (δέντρα, λουλούδια, κλήματα), πιάνει. Ιδιαίτερα, λένε για τον βασιλικό, πως αν τον φυτέψεις αυτή τη μέρα, γίνεται «σαραντάκλωνος»,δηλ., φουντωτός. Μάλιστα, οι νοικοκυρές αυτή τη μέρα, κάνουν τηγανίτες, που, τις περιχύνουν με μέλι και τις μοιράζουν στη γειτονιά, λέγοντας, (σχετικά με την ελεημοσύνη): «Σαράντα φας, σαράντα πιεις, σαράντα δος για την ψυχή σ’!».
Καλή άνοιξη!