…Κι οι μνήμες, χοροπηδούν, εκεί, στου μυαλού τις άκρες, αναμοχλεύοντας, κάποια μακρινά γεγονότα, εκατόν ενενήντα εννιά, περίπου χρόνια πριν από σήμερα…
Και, κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, Μεγαλοβδομαδιάτικες, ξαναγυρίζουν στις σκέψεις μας, τόσο έντονα, λες και μας στοιχειώνουν!
Κι ο λόγος, για το πολιορκημένο του τότε, Μεσολόγγι, το Μεσολόγγι εκείνο του 1826, το ζωσμένο από στεριάς και θάλασσας, από Τουρκαλβανούς κι Αραπάδες! Οι κάτοικοί του, εξαϋλωμένοι από τις κακουχίες του πολέμου, αλλά πιο πολύ από τη στέρηση της τροφής και την πείνα, δε θέλουν να υποκύψουν στις προτάσεις υποταγής και παράδοσης της πόλης στα στίφη Ιμπραήμ και Κιουταχή, και συνεχίζουν ν’ αντιστέκονται, ως ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες, κι ως ο Κ. Παλαιολόγος στην Πόλη, αγωνιζόμενοι, με όσες δυνάμεις τους έχουν απομείνει! Και από πού τις αντλούν τις δυνάμεις αυτές; Οι Μεσολογγίτες του τότε, είχαν παιδεία, κουλτούρα και πολιτισμό. Ήταν οι περισσότεροι, έμποροι και ταξιδευτές, στους δρόμους, που είχε χαράξει σ’ αυτούς η θάλασσα. Μέσω των ταξιδιών τους, διακινούσαν τα προϊόντα του τόπου τους, προς βιοπορισμό τους, ενώ, στην πλειονότητά τους, διακατέχονταν από ήθος, και αγάπη προς την οικογένεια και το θείο. Ας μην ξεχνάμε, πως, μέσα στο Μεσολόγγι τότε, υπήρχαν πέντε εκκλησιές, και πολλά μικρά ξωκκλήσια, ιδιωτικά… Ήθος, λοιπόν, παιδεία, κουλτούρα, πολιτισμός, αγάπη στην πατρίδα, τη θρησκεία, την οικογένεια, καλλιέργεια ψυχική! Όλα αυτά τους έδιναν δύναμη, στον αγώνα τους για τη λευτεριά!
Η πείνα όμως, ήταν εχθρός ανίκητος, και, μην μπορώντας άλλο να την αντιμετωπίσουν, αφού, εξάντλησαν και υπέστησαν τα πάνδεινα, πήραν της Εξόδου την απόφαση, λίγες μέρες πριν την πραγματοποιήσουν, εκεί, στο προαύλιο της Αγίας Παρασκευής, εκεί, στον προ του Ταφείου χώρο, όπου είχαν συγκεντρωθεί όλοι τους, αρχηγοί πολιτικοί και ιερωμένοι… Κι ο Ν. Κασομούλης, στα απομνημονεύματά του, λέει:
“...Εκφώνησε τούτο, εκάθισε, κι άρχισε να κλαίει. Εμείναμε έως μισήν ώραν σιωπώντες, και τέλος, αποφάσισαν, να μην θανατωθούν τα γυναικόπαιδα...”. Κι ο λόγος, για τον Επίσκοπο, Ιωσήφ Ρωγών! Έτσι, με αυτά τα λόγια, περιγράφει τη σκηνή αυτού του Συμβουλίου, όπου, και προήδρευε ο Ιεράρχης, και, όπου προτάθηκε από κάποιους, η σφαγή των παιδιών, για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού!
“..Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, αν τολμήσετε και πράξετε τούτο, πρώτον, θυσιάσατε εμένα, και σας αφήνω την κατάρα του Θεού και της Παναγίας, και το αίμα των αθώων, να πέσει στα κεφάλια σας...” Έτσι αντέδρασε, ο Αγιασμένος αυτός άνθρωπος του Θεού, κατορθώνοντας, να αποτρέψει την αποτρόπαιη και απεγνωσμένη αυτή πράξη των Εξοδιτών.
Ο Ιωσήφ Ρωγών και Κοζύλης, γεννήθηκε στα Αμπελάκια Θεσσαλίας, το 1776, και ήταν Πρωτοσύγγελος του Μητροπολίτη Άρτας και Ναυπάκτου, Πορφυρίου, ενώ, από το 1820, έγινε Επίσκοπος στην περιοχή Ρωγών και Κοζύλης, κοντά στην Πρέβεζα, και, στη συνέχεια, στα 1822, εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι, μαζί με τον Πορφύριο, στη δικαιοδοσία του οποίου, υπαγόταν η περιφέρεια του Μεσολογγίου. Καθημερινά, ήταν στο πλευρό των πολιορκημένων, περιερχόμενος τα τείχη, εμψυχώνοντας και βοηθώντας τους πολεμιστές, συμμετέχοντας και σε χειρονακτικές ακόμα εργασίες μαζί τους, προς επιδιόρθωση των τειχών, στα σημεία, που καταστρέφονταν από τους εχθρούς.
Και η απόφαση της Εξόδου, πάρθηκε, για το Σάββατο του Λαζάρου, με το ξημέρωμα της Κυριακής των Βαγιών!
Κι ήταν γραφτό, για το Μεσολόγγι, τα βάγια της χρονιάς εκείνης, να μη συσσωρευτούν στους δρόμους της πολιτείας, για να γιορταστεί, η δοξασμένη «Είσοδος του Χριστού», αλλά, να σωρευτούν, στους δρόμους, «μιας Εξόδου!». Κι ήταν, εκείνα τα βάγια, τα βάγια της Εξόδου του Μεσολογγιού! Και, πάνω σ’αυτά, βάδισε, εκείνη την Κυριακή του 1826, ο Χριστός! Κι, ύστερα; Ύστερα, οι «μισοζώντανες υπάρξεις», τα «απομεινάρια της συμφοράς», δεν μπορούσαν πλέον ν’ αλλαλάξουν σαν τους Ιουδαίους, το «Ευλογημένος ο Ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», στον Μεσσία. Γιατί;. Γιατί, είχαν πάρει το δρόμο του δικού τους πεπρωμένου…
Τη νύχτα αυτή της Εξόδου, ακολούθησε κι ο Αγιασμένος Ιεράρχης, το σώμα του Νότη Μπότσαρη, μαζί με γυναικόπαιδα, και, όταν ακούστηκε η φωνή, “πίσω στις ντάπιες”, επέστρεψε στη μαρτυρική πολιτεία, μαζί με τον ιερέα, Ιω. Βάλβη, και τον Γεώργιο Τζαβέλα, και άλλους πολεμιστές, και ταμπουρώθηκαν στον Ανεμόμυλο, του ομώνυμου μικρού νησιού, όπου, μετά από αντίσταση δύο ημερών, και συγκεκριμένα, στις 12 Απριλίου του 1826, ανατινάχτηκε με τους συμπολεμιστές του, ακολουθώντας κι εκείνος, τη μοίρα του Καψάλη, και τόσων άλλων, βάζοντας φωτιά στην μπαρουταποθήκη. Έπεσε όμως, ημιθανής στα χέρια του εχθρού, και θανατώθηκε βάναυσα από τους εχθρούς, καθώς τον απαγχόνισαν, μισοπεθαμένο, στη μισοκαμμένη πόρτα του Μύλου.
Κατά τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, «…ημίκαυστος, απεκεφαλίστη..», κατ’ άλλους ιστορικούς, «απαγχονίστηκε ημιθανής», στην ερειπωμένη του Ανεμόμυλου πόρτα!
Κι η θηριωδία των Τουρκοαιγύπτιων, που ακολούθησε, μεγάλη! 3.100, ζευγάρια αυτιά, αλατισμένα και τοποθετημένα σε βαρέλια, μαζί με κεφάλια αξιωματικών, εστάλησαν στον Σουλτάνο, ως δείγμα της καταστροφής μιας πόλης που αντιστάθηκε στη δύναμή τους! Οι γυναίκες, μόνο και τα παιδιά, θύματα της Εξόδου, υπολογίζονται σε 6.000, που, οδηγήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα και, πουλήθηκαν!
…Κι ύστερα, … «πήραν τους δρόμους…Σκλάβοι, κι ώτα παστά…». Και, στον τόπο τούτο, τι απόμειναν; Ερείπια και στάχτες και …οστά! Κι αν ρωτάς για τις ψυχές, τι απόγιναν; «Ανέστησαν ως, ο Χριστός, λίγες μέρες μετά, ως, και η Ελεύθερη Ελλάς, μετέπειτα!», αφού…,
… το μήνυμα της Ανάστασης εκείνης της χρονιάς, που δεν έφτασε ποτέ στον μαρτυρικό τούτο τόπο, τότε, «πέταξε», σ’όλη την Οικουμένη, ξεσήκωσε συνειδήσεις φιλελεύθερων λαών, και θέριεψε της λευτεριάς το δέντρο, που, τους καρπούς του, απολαμβάνουμε όλοι σήμερα!
Ο Δαβίδ, υμνώντας του Θεού το μεγαλείο, στάθηκε με δέος μπροστά στο θαύμα της δημιουργίας, κράζοντας: «Ως εμεγαλύνθη τα έργα Σου, Κύριε!...». Εδώ, μπροστά στο μεγαλείο της Εξόδου και των Εξοδιτών, τι θα μπορούσες ν’αναφωνήσεις; Τι θα μπορούσες να πεις για μια πολιτεία, με τόση δόξα, ασήκωτη; Τίποτα! Μόνο, να υποκλιθείς ενώπιον της μνήμης τέτοιων ανθρώπων!
«Μέσα μας, μια πατρίδα και τέτοιους ανθρώπους, γροικάμε! Δε ζει, χωρίς πατρίδα, και δίχως Θείο, η ανθρώπινη ψυχή!». Κ.Παλαμάς