Μαμά, μ’ αρέσει να κρατάω το χέρι σου!
Όταν ο κόσμος είναι σκληρός, εσύ τον απαλύνεις!
Μ’ έμαθες να σκέφτομαι με το μυαλό και την καρδιά μου!
Μ’ έμαθες, πως, σε κάθε βροχερή μέρα αντιστοιχεί κι ένα ουράνιο τόξο!
Είσαι ο μαγνήτης, που κρατάει την οικογένειά μας ενωμένη!
Είμαι αυτό που είμαι, επειδή είσαι εσύ αυτή που είσαι!
Όταν οι θάλασσες αγριεύουν, εσύ είσαι το λιμάνι μου!
Αν γλιστρήσω και πέσω, είσαι πάντα εκεί, για να με σηκώσεις, να με ξεσκονίσεις και να με βοηθήσεις να συνεχίσω το δρόμο μου!
Πάντα μου διδάσκεις πώς να ξεπερνώ τον εαυτό μου!
Μ’ έμαθες να γεμίζω τις μέρες μου με αγάπη!
Μ’ έμαθες να παραδέχομαι τα λάθη μου!
Από σένα έμαθα να λέω τη λέξη «μπορώ!»
Είσαι ο φύλακας άγγελός μου, που, με βοήθησε ν’ ανοίξω τα φτερά μου!
Μου δίδαξες να έχω αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη κι ευγένεια!
Η καρδιά σου φυλάει το κλειδί της δικής μου!
«Να συγχωρείς και να ξεχνάς», έλεγες, κι, «όταν όλα γύρω σου σκοτεινιάζουν και καταρρέουν, εσύ, να προχωράς…»
Εύχομαι, κάποτε να σε βοηθήσω, όπως με βοήθησες κι εσύ!
Πώς μπορώ να σ’ ευχαριστήσω, για ό,τι κάνεις και για ό,τι είσαι για μένα;
Μαμά, σ’ αγαπώ!
Ένας μεγάλος Έλληνας λογοτέχνης, ο Νίκος Καζαντζάκης, γράφει στο μυθιστόρημά του, «Αναφορά στον Γκρέκο», σχετικά με τη μητέρα του, ενθυμούμενος και αναπολώντας τα παιδικά του χρόνια, τα χρόνια της αθωότητας, τότε, που, πραγματικά αισθανόταν να κατοικεί στην ψυχή του η ηρεμία και η γαλήνη, σαν ένα ουράνιο τόξο…
… «Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου, ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλον, εκείνη, σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ, στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να’ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα! Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε! Αγαπούσα που, τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα’βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας κι όλη η παιδική μου ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε μαζί, πολλές ήσυχες κουβέντες. Πότε η μητέρα μου διηγιόνταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα βίους των Αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου. Δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου, έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουνα, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
-Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στενοχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε, σαν να μου έλεγε:
«Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα στο κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να’ χε αφήσει μια στιγμή τους Αγίους κι ήρθε στη γης, να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
Η μητέρα μου, η γαζία και το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα, μέσα στο μυαλό μου. Δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ανέβει από το μνήμα της - από το σπλάχνο μου - η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και το καλάηδημα του καναρινιού….
Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει. Χαμογελούσε μόνο, και, τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να’χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη
Μπορεί και να’ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα, που λεν τα παραμύθια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει…
Η δεύτερη Κυριακή του Μάη του λουλουδιασμένου, έχει καθιερωθεί να γιορτάζεται παγκόσμια, η γεννήτρα της ζωής, η ΜΑΝΑ!
Σε όλους τους αρχαίους πολιτισμούς, σε όλες τις θρησκείες, η μητέρα υμνήθηκε και δοξάστηκε, αφού, στη ζεστή αγκαλιά της βρίσκουμε όλοι καταφύγιο, σαν την έχουμε, όταν, όλα γύρω μας χάνονται…Και είναι αλήθεια, πως καμία σχέση δεν μπορεί να συγκριθεί με τη μοναδική αγάπη της μάνας, αφού,….πίσω από το χαμόγελο του παιδιού κρύβεται της μάνας του το χαμόγελο και πίσω από το δάκρυ του, το δικό της, και, πάντα είναι δίπλα του, να σκουπίζει τα δάκρυά του!
Από όλα τα λουλούδια που της προσφέρουμε στη γιορτή της, ως το ελάχιστο «Ευχαριστώ μας», για όσα κάνει για εμάς, το λευκό γαρίφαλο συμβολίζει την άδολη και απέραντη αγάπη, που κρύβει στην καρδιά της για το παιδί της, αλλά και τα αγνά αισθήματα που κρύβει μέσα της γι’ αυτό.
Υπεράνω όμως των μανάδων όλων, η Μάνα, Υπεραγία Θεοτόκος, και σ’ Αυτή ας καταθέτουμε πάντα το μεγαλύτερό μας «Ευχαριστώ». Κι είναι ασύγκριτη στο μεγαλείο και στη δόξα, τόσο, που, καμιά μητέρα δεν μπορεί μαζί της να συγκριθεί. Το μεγαλύτερό μας «Ευχαριστώ» σε Εκείνη, που, εκύησε ασπόρως και γαλούχησε την ίδια τη Ζωή, και ξεπέρασε σε χάρη και αγνότητα κάθε θνητό και άγγελο!
Είναι Αυτή, που ανέθρεψε τον Ιησού, Αυτή, που, έγινε η αιτία να κάνει το πρώτο του θαύμα στο γάμο της Κανά. Είναι αυτή, που, έμενε κοντά Του, όταν Αυτός δίδασκε, όταν, πορευόταν με τους μαθητές Του, για να σώσει ανθρώπων ψυχές, αλλά και όταν πληγωνόταν από την υποκρισία των Φαρισαίων, όταν, χάριζε το φως στους τυφλούς, και, όταν γιάτρευε τους παραλύτους.
Ήταν η σεπτή μορφή, που, στάθηκε κάτω από το Σταυρό κι είδε τη Σταύρωση του Γιού Της…κι ήταν Αυτή η πρώτη, που, είδε μαζί με τις μυροφόρες την Ανάστασή Του!
Την Πεντηκοστή, η Παναγία μας δέχτηκε το Άγιο Πνεύμα με τους μαθητές. Είναι Αυτή, που μετέβη στη χερσόνησο του Άθω, που, δίδαξε στους εκεί ειδωλολάτρες, του Θεού το λόγο, κι από τότε έγινε εκεί το δικό Της περιβόλι. Είναι Αυτή, που, για την πατρίδα μας είναι η Υπέρμαχος Στρατηγός και η προστάτης μας!
ΜΑΝΑ, εις τους αιώνες των αιώνων!!!









