Ανθεκτικό στο χρόνο, κρεμασμένο σαν αετοφωλιά, στις πλαγιές του όρους Μελά, μοιάζει σαν ένα πράσινο, καταπράσινο παραμύθι. Ανεβαίνοντας το υψόμετρο των 1000 μ., νιώθεις την ψυχή σου να τυλίγεται από τη χάρη της Παναγιάς. Αυλές με λουλούδια μoσχομύριστα, δρομάκια ανηφορικά και κατηφορικά, καμωμένα από πέτρα του βουνού. Από κάτω, μια χαράδρα μεγάλη κι ένα ποτάμι που κυλάει τα νερά του στην «κοιλάδα της Παναγιάς». Μια περιοχή απαράμιλλης φυσικής ομορφιάς, «απείρου κάλλους», στον Εύξεινο Πόντο,40χλμ. νότια της Τραπεζούντας.
Κι όλα αυτά μαζί είναι το μοναστήρι της Παναγίας της Σουμελά (παραφθορά της λέξης Μελά- Στου Μελά το Όρος-Σουμελά), ένα μοναστήρι βασιλικό, σταυροπηγιακό και πατριαρχικό, του 4ου αι., που σύμφωνα με την παράδοση, ιδρύθηκε από τους Βαρνάβα και Σωφρόνιο, δυο μοναχούς Αθηναίους, που, παρακινημένοι από κάποιο όραμα, ταξίδεψαν στο όρος αυτό. Εκεί, σε κάποιο σπήλαιο, βρήκαν την εικόνα της Θεοτόκου, που, η παράδοση θέλει να είναι του Οσίου Λουκά και όπου στη συνέχεια έχτισαν κελί και εκκλησία μέσα στη σπηλιά.
Και πάντα, σύμφωνα με την παράδοση, η αγία αυτή εικόνα, θέλει να έχει μεταφερθεί στον τόπο αυτόν, με τρόπο θαυματουργικό, από Αγγέλους. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα λεγόμενα, δυο Άγγελοι, τη μετέφεραν και την απίθωσαν στο σπήλαιο του όρους Μελά, όπου, τη βρήκαν οι δυο μoναχοί, στους οποίους είχε εμφανιστεί η Παναγία, προστάζοντάς τους να πάνε στον Πόντο, να βρουν την εικόνα της και, εκεί, στα βουνά της Τραπεζούντας να χτίσουν το θρόνο της.
Το σοβαρότερο πρόβλημα για τους δυο μοναχούς όταν έφτασαν εκεί, ήταν η έλλειψη νερού, αφού το βουνό ήταν άνυδρο, και αυτό, αντιμετωπίστηκε από την ίδια την Παναγία, που ακούστηκε θαυματουργικά να τους λέει, πως, θα φροντίσει η ίδια το θέμα. Κι αμέσως ο βράχος του βουνού ραγίστηκε, πάνω απ’ τη σπηλιά όπου βρισκόταν η αγία εικόνα και άρχισε να στάζει νερό και αυτό γίνεται ως σήμερα.
Επόμενο πρόβλημα των μοναχών ήταν η έλλειψη τροφής, που, κι αυτό αντιμετωπίστηκε επίσης με τρόπο θαυμαστό, αφού, για 17 συνεχείς ημέρες οι μοναχοί τρέφονταν με χόρτα, που, φύτρωναν στα γύρω βράχια.
Αξίζει επίσης ν’ αναφερθούμε στο ότι, το νερό που ανέβλυσε απ’ το βράχο, στη συνέχεια λειτουργούσε ιαματικά και θαυματουργικά για τους πιστούς προσκυνητές, ενώ, οι θεραπευτικές του ιδιότητες έκαναν το μοναστήρι σιγά σιγά πασίγνωστο, όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους, που, ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να το επισκέπτονται ζητώντας τη χάρη και τη βοήθεια της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Στη συνέχεια οι μοναχοί έχτισαν πιο κάτω το ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και ένα μικρό παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, όπου μάλιστα, μετά την καταστροφή του 1922 έκρυψαν για να φυλάξουν την εικόνα της Παναγίας, το Σταυρό του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Μανουήλ Κομνηνού και το Ευαγγέλιο του Αγίου Χριστοφόρου, που ήταν τα πλέον σημαντικά κειμήλια της Μονής.
…Και στην πορεία του χρόνου…
Μετά από την Α΄ άλωση της Πόλης από τους Φράγκους, το 1204, δημιουργήθηκαν από τους Βυζαντινούς άρχοντες τέσσερα μικρά ελληνικά κράτη, με σκοπό την απελευθέρωση της σκλαβωμένης πρωτεύουσας, της Κωνσταντινούπολης: (Αυτοκρατορία της Νίκαιας, Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, Δεσποτάτο της Ηπείρου και Δεσποτάτο του Μυστρά).
Οι ιδρυτές των νέων αυτών κρατιδίων μετέφεραν εκεί τις μνήμες της αυτοκρατορίας και αγωνίστηκαν ανάμεσα σε λαούς εχθρικούς, αφού οργανώθηκαν οικονομικά και στρατιωτικά. Έτσι, η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας κρατήθηκε ελεύθερη για 257 χρόνια, αναπτύχθηκε όλη η περιοχή γύρω της, κι έγινε το χριστιανικό κέντρο των ελληνικών πόλεων στα χρόνια της τουρκοκρατίας που ακολούθησαν, εκεί, γύρω από τον Εύξεινο Πόντο. Εκεί ρίζωσε ο ποντιακός ελληνισμός, έχοντας ως κυρίαρχο σημείο αναφοράς του, την Παναγία Σουμελά, που ενσάρκωνε την πίστη και τα οράματά του, την καταφυγή του και την ελπίδα του, και γι’ αυτόν τον ελληνισμό μιλούν σήμερα οι παραδόσεις, οι χοροί και τα τραγούδια των Ποντίων.
Εκεί εξάλλου είχε ριζώσει από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια ο χριστιανισμός, η ορθόδοξη χριστιανική πίστη, που λειτούργησε ως συνδετικό στοιχείο στην ελληνική παράδοση του τόπου, με πρώτο κήρυκα του Ευαγγελίου, τον Πρωτόκλητο Απόστολο Ανδρέα, για να ακολουθήσουν αργότερα κι άλλοι μεγάλοι πατέρες της
Εκκλησίας, όπως ο Γρηγόριος Νεοκαισάρειας, ο Βασίλειος ο Μέγας, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, κ.ά. Οι δυο τελευταίοι μάλιστα έζησαν και μόνασαν στον Πόντο. Επιπλέον, Τραπεζούντιος ήταν και ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, που ίδρυσε το κοινόβιο της Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος.
Η ΑΚΜΗ ΚΑΙ Η ΦΘΟΡΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ
Η Μονή Σουμελά, μεγαλούργησε στα χρόνια των Κομνηνών. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος, ο Γ΄, ο Κομνηνός, ανοικοδόμησε το μοναστήρι στα 1361-1365, το οχύρωσε με τείχη και πύργους, έχτισε καινούρια κελιά και διαμόρφωσε το χώρο του όπως είναι σήμερα, ενώ, και μια εικόνα της Παναγίας.
Στα 1364, ο ίδιος ο αυτοκράτορας, επειδή σώθηκε από ναυάγιο, από ευγνωμοσύνη προς τη Θεοτόκο εξέδωσε ένα χρυσόβουλο, με το οποίο επικύρωσε δωρεές στην κυριότητα της Μονής, της χάρισε 48 χωριά, την απάλλαξε από φόρους και καθόρισε τις εργασιακές σχέσεις, τα προνόμια και τις υποχρεώσεις των παροίκων που εγκαθίσταντο στα εδάφη της.
Ο διάδοχος του Αλεξίου, Μανουήλ ο Γ΄, συνέχισε την απονομή προνομίων προς τη Σουμελά και χάρισε μάλιστα στο μοναστήρι και μια λειψανοθήκη από μέταλλο για τη φύλαξη τεμαχίου του Τιμίου Ξύλου.
Το κράτος των Κομνηνών καταλύθηκε από το Μωάμεθ το Β΄, τον Πορθητή, το 1461, τα περισσότερα μοναστήρια όμως του Πόντου παρέμειναν ανέπαφα, διατηρώντας τα προνόμιά τους.
Στα 1512, ο Σουλτάνος Σελίμ, ο Α΄, συνέδεσε το όνομά του με τη Μονή Σουμελά, αφού θεωρούσε τον εαυτό του διάδοχο των Κομνηνών, ενώ η μητέρα του ήταν Ελληνίδα. Όταν ο Σελίμ θεραπεύτηκε από σοβαρή ασθένεια με το αγίασμα της Μονής, επικύρωσε με φιρμάνι τα προνόμια του μοναστηριού αναγνωρίζοντας και την κτηματική του περιουσία.
Περίοδο ακμής γνώρισε η Μονή το 17 ο αι. εξαιτίας των δωρεών που είχε δεχτεί, αλλά και, χάρη στη λειτουργία των μεταλλείων του αργύρου στην περιοχή της Χαλδίας. Τότε το μοναστήρι ανακαινίστηκε ριζικά και διακοσμήθηκε με τοιχογραφίες που σώζονται ως και σήμερα.
Δεν ήταν λίγες όμως και οι φορές που το μοναστήρι έπεσε θύμα ληστών και κλεφτών, καθώς και καταστροφών. Δέχτηκε επιδρομές εχθρών, πολλοί μοναχοί του δολοφονήθηκαν, ενώ πολύτιμα αντικείμενά του εξαφανίστηκαν.
Λέγεται ότι κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας επιδρομής, τρεις ληστές άρπαξαν την αγία εικόνα της Θεοτόκου και τη μετέφεραν στο ψηλότερο σημείο του όρους Μελά, όπου σκέφτηκαν να την τεμαχίσουν και να μοιραστούν το χρυσάφι της. Χτύπησαν τότε με μιαν αξίνα την εικόνα χωρίζοντάς την στα δυο και έκτοτε η εικόνα είναι κομμένη σε δυο κομμάτια. Την ώρα όμως που η αξίνα έπεσε πάνω στο κεφάλι της Θεοτόκου, πετάχτηκε απ’ το σημείο εκείνο φωτιά και έκαψε τους δύο απ’ αυτούς, ενώ ο τρίτος που προσπαθούσε να αποτρέψει το κακό, γλίτωσε, επέστρεψε στο μοναστήρι κι εκεί έγινε μοναχός. Η φωτιά εκείνη, που ξεπήδησε απ’ την εικόνα, δεν έκαψε μόνο τους ληστές αλλά και τη γύρω περιοχή, που από τότε ονομάζεται «Καμένα», ενώ η εικόνα την άλλη μέρα, βρέθηκε με θαυματουργικό τρόπο στη Μονή, με όλους τους θησαυρούς και τα τάματα που είχε.
Στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο υπέστη σημαντικές φθορές.
Το 1922 οι Τούρκοι το κατέστρεψαν ολοσχερώς, αφού πρώτα λήστεψαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που είχε και ύστερα του έβαλαν φωτιά.
Οι τελευταίοι μοναχοί το εγκατέλειψαν το 1923.
Η Μονή Σουμελά ήταν για αιώνες το σύμβολο και η ελπίδα των Ελλήνων του Πόντου. Με τη βοήθεια της Θεοτόκου, οι Πόντιοι βρήκαν τη δύναμη ν’ αντισταθούν ενάντια στις τουρκικές διώξεις και στα βασανιστήρια, ακόμα και στη γενοκτονία που υπέστησαν (350.000 εξοντώθηκαν). Κι όταν το 1923, με τη Συνθήκη της Λωζάνης, αποφασίστηκε ο ξεριζωμός των Ελλήνων από τον Πόντο, η Παναγία έφυγε κι εκείνη, «πρόσφυγας» μαζί τους.
Η Μονή Σουμελά υπήρξε για έξι αιώνες, απ’ το 13 ο αι. ως το 1923, το καύχημα του ποντιακού ελληνισμού, ύψιστο κέντρο παιδείας και γραμμάτων και συντήρησης του χριστιανισμού.
Κι ύστερα, στα χρόνια του Βενιζέλου…
Με ενέργειες του τότε Έλληνα πρωθυπουργού, και του Πολύκαρπου Ψωμιάδη, μητροπολίτη Ξάνθης, και συγκεκριμένα στα 1930, ο Ισμέτ Ινονού, πρωθυπουργός τότε της Τουρκίας, δέχτηκε μια αντιπροσωπεία Ελλήνων, που ζητούσαν να πάνε στον Πόντο, για να παραλάβουν το σύμβολο της ορθοδοξίας και του Ελληνισμού, που ήταν η εικόνα της Σουμελά.
Ο μοναχός Αμβρόσιος από τη Θεσσαλονίκη, μετά από αγωνιώδεις προσπάθειες βρήκε την εικόνα, τον πολύτιμο σταυρό, το Τίμιο Ξύλο και το Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου, δηλ. τα πολυτιμότερα κειμήλια της Μονής, εκεί όπου ήταν φυλαγμένα, τα οποία από τότε φιλοξενήθηκαν για είκοσι χρόνια στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας.
Στα 1951 ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το σωματείο «Παναγία Σουμελά», με πρωτεργάτη το γιατρό Φίλωνα Κτενίδη και ύστερα από πολλές προσπάθειες η Παναγία «ενθρονίστηκε» σε ναό, στο όρος Βέρμιο, στην περιοχή της Καστανιάς, ενώ, τον Αύγουστο του 1993 παραδόθηκαν απ’ το Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών ο Σταυρός και το Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστόφορου.
Πολλοί Πόντιοι τότε δώρισαν τις περιουσίες τους προκειμένου η «Κυρά του Πόντου» να έχει το δικό της σπίτι.
Σήμερα, η Παναγία η Σουμελά, είναι απ’ τα σημαντικότερα κέντρα του Ποντιακού Ελληνισμού, φρουρός των βόρειων συνόρων της Ελλάδας, «Το Ακρωτήρι της Ελπίδας του Βορρά», που εκφράζει την κοινή συνείδηση των απανταχού Ελλήνων. Ό,τι είναι τα Ιεροσόλυμα για ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο, είναι και η Παναγία η Σουμελά για τους Πόντιους και όλους τους Έλληνες.
Της Φωτεινής Τσιτσώνη-Καβάγια









