Φεβρουαρίου 12, 2026

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

Φωτεινή Τσιτσώνη-Καβάγια: Το υπομονετικό γαϊδουράκι και το άκακο βόδι στη γέννηση του Χριστού

…Και μια φορά ήταν ο γάϊδαρος…

«Μάη μήνα μη φυτέψεις, Μάη μη στεφανωθείς», γιατί απλούστατα, λέει ο λαός, το Μάη μήνα «παντρεύονται οι γάιδαροι!», αφού αυτός είναι ο μήνας αναπαραγωγής τους.

Τώρα αυτό καλό είναι ή κακό, δεν ξέρω να σας πω. Ξέρω όμως πως ο γάιδαρος, αυτό το μικρόσωμο θηλαστικό, ο στενός συγγενής του αλόγου και της ζέβρας, αυτό το τόσο υπομονετικό και συμπαθητικό ζωντανό (και υπό εξαφάνιση ζώο), στα παλιότερα χρόνια ήταν ένας από τους πλέον αχώριστους φίλους και καλούς βοηθούς του ανθρώπου στις δουλειές του.

Ζώο εξαιρετικής αντοχής και λιτοδίαιτο, με παροιμιώδη υπομονή, υπάκουο, σύμβολο ταπεινότητας, αφού, αυτό διάλεξε ο ταπεινός Ιησούς, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, για να κάνει την είσοδό του στα Ιεροσόλυμα, «επί πώλου όνου», κατά την Κυριακή των Βαΐων.

Αλλά και στη Γέννηση, είναι εμφανής η παρουσία του γαϊδαράκου (όνου), στη ράχη του οποίου καθισμένη ταξίδεψε η ετοιμόγεννη Μαριάμ, για την απογραφή, για να φτάσει από τη Ναζαρέτ στη μακρινή Βηθλεέμ. Στη συνέχεια, τον γάϊδαρο, θα τον συναντήσουμε μέσα στη σπηλιά, παρέα με το βόδι (βους), τη σπηλιά, όπου κατέλυσαν η Θεοτόκος με τον Ιωσήφ, για να περάσουν τη νύχτα τους και όπου έγινε και η σπηλιά της Γέννησης. Εκεί, το βράδυ αυτό, γεννήθηκε ο Χριστός, επί Ρωμαίου αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, επί ηγεμόνα της Συρίας Κυρήνιου και επί βασιλιά της Ιουδαίας Ηρώδη του Μεγάλου.

Άλλωστε, η παρουσία των δύο αυτών ζώων στη σπηλιά, κοντά στον νηπιάσαντα Χριστό ήρθε να εκπληρώσει και τις δύο προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, αυτές των προφητών Αββακούμ και Ησαϊα, που είχαν πει χαρακτηριστικά: «Εν μέσω δύο ζώων γνωσθήση», είπε ο Αββακούμ, δηλ. θα γίνει γνωστός μεταξύ δύο ζώων ο Χριστός. Και ο Ησαϊας θα πει: « Έγνω βους τον κτησάμενον και όνος την φάτνη του Κυρίου αυτού, Ισραήλ δε με ουκ έγνω και ο λαός μου ου συνήκε…»Δηλ., εδώ μιλάει ο Θεός διά του στόματος του προφήτη με παράπονο για την αχαριστία και απιστία των Ισραηλιτών και λέει: Το βόδι γνωρίζει τον ιδιοκτήτη, που τον φροντίζει, και το γαϊδουράκι ξέρει τη φάτνη του κυρίου του. Αντίθετα, ο περιούσιος λαός μου, ο Ισραήλ, που τόσο τον έχω ευεργετήσει, δεν με αναγνωρίζει, δε με νιώθει. Τα ζώα, δηλ. της φάτνης αναγνώρισαν το Δεσπότη τους, τον Κύριο του ουρανού και της Γης, και τον ζέσταναν με τις ανάσες τους το βράδυ εκείνο της Γέννησης, οι Ιουδαίοι όμως δεν τον αντιλήφτηκαν, αφού, γι’ αυτόν δεν υπήρξε χώρος και πανδοχείο στη Βηθλεέμ, για να γεννηθεί.

Από τα δύο αυτά ζώα, που παρουσιάζονται στο σκηνικό της Γέννησης, πιο συμπαθητικό και πλέον κοντά στον άνθρωπο, ο γαϊδαράκος, που θα τον χαρακτηρίζαμε πεισματάρικο και ξεροκέφαλο.

Γαϊδαράκος, λοιπόν, ο κυρ Μέντιος ο «Κουτεντές», σύμφωνα, με μια παλιά και ανεπανάληπτη ελληνική ταινία, που, με την ισχυρογνωμοσύνη του πολλές φορές μπορεί να δημιουργήσει πολλά προβλήματα στα αφεντικά του.

Μήπως άλλωστε και στη ζωή δεν παραλληλίζουμε και δεν χαρακτηρίζουμε τους τεμπέληδες, τους μη ευαίσθητους, τους ξεροκέφαλους ή τους χοντροκέφαλους ανθρώπους ως γαϊδουροκέφαλους;

Αλήθεια, ποιος από τους παλιούς δε θυμάται πόσο σημαντικός ήταν ο γάιδαρος για όλη την οικογένεια, αφού τον χρησιμοποιούσαν για όλες τις δουλειές.

Ο καημένος, ποτέ του δεν παραπονιόταν, όταν το αφεντικό του τον παραφόρτωνε με βάρη, από το χωράφι στο σπίτι και από το σπίτι στο χωράφι, ή και όταν ακόμα τον έδενε στον «στρίγερο», στο αλώνι, ελλείψει μουλαριού για το αλώνισμα, ή και όταν χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά του αφεντικού του παντού, αντέχοντας στην κούραση και στις δύσκολες συνθήκες επιβίωσης ή και πάλι, όταν το δέρμα του γινόταν «τύμπανο», λόγω της ανθεκτικότητάς του!

Και πώς καμάρωνε, σαν του λαμπροστόλιζαν τη σέλα με τα καλύτερα στρωσίδια και χαϊμαλιά, με χάντρες και κορδέλες, για να μεταφέρει τα προικιά της νύφης αλλά και σαν πάνω του ομορφοκαθόταν και η ίδια η νυφούλα, που την πήγαινε για το γάμο και που σαν περνούσαν στο δρόμο, τους χαιρόταν και τους καμάρωνε ολόκληρο το χωριό!

Πόσα καλάθια άραγε να φορτώθηκαν στην πλάτη του με τα πλυμένα ρούχα που έπλεναν οι γυναίκες, σαν κατέβαινε μαζί τους στις ρεματιές και στα ποτάμια ακούγοντας τα τραγούδια τους!

Κι ύστερα, μην τάχατες δεν πάλεψε κι αυτός για τη λευτεριά, παρέα με τον ξάδερφό του, το μουλάρι, κουβαλώντας πολεμοφόδια και τρόφιμα στην πρώτη γραμμή του πολέμου, τότε, εκείνα τα δύσκολα χρόνια του Σαράντα;

Ποιος μπορεί ακόμα να ξεχάσει από τους παλιούς πως το γάλα της γαϊδούρας ήταν ένα σημαντικό φάρμακο για τα παιδιά, για την ασθένεια της ανεμοβλογιάς (κοκίτης).

Καλός ο σανός για το φίλο μας το γαϊδαράκο, μα, ο εκλεκτός μεζές του είναι τα γαϊδουράγκαθα, που ευτυχώς γι’ αυτόν, σ’ ολόκληρο το ελληνικό οικοσύστημα υπάρχουν πολλά είδη κι έχει να διαλέξει κατά την αρέσκειά του!

Βέβαια, κι αν πέσει και σε κανένα τρυφερό φυλλαράκι του κήπου που το λιμπίζεται, δε λέει όχι, μόνο, που, τον αποδιώχνουν, γιατί μπορεί να κάνει «καταστροφή».

Ο λαός μας, πολύ σοφά, τον αναφέρει σε πολλές παροιμίες:

«Κάλλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουρογύρευε», λέει όταν θέλει να μιλήσει για τη σιγουριά και την αποφυγή της επιπολαιότητας.

«Πετάει ο γάιδαρος;πετάει», λέει, δηλώνοντας έτσι την προσαρμογή του σε κάτι, ενώ για την αδιαφορία θα πει: «Σιγά μη στάξει του γαϊδάρου η ουρά:».

Θέλοντας ακόμα να μιλήσει για την απερισκεψία, ο λαός θα πει: « Κάποιου του χαρίζανε έναν γάιδαρο κι αυτός τον κοιτούσε στα δόντια» ή για το «μη γνώθι σαυτόν», «Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα» ή κι όταν κάτι δεν ανήκει σε κανέναν και κάποιοι το διεκδικούν, «Δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένον αχυρώνα».

«Μεγάλωσε το γαϊδουράκι, μίκρυνε το σαμαράκι», λένε πάλι, όταν τα παιδάκια μεγαλώνουν και δεν τους χωρούν τα ρούχα!

«Το μουλάρι κι αν παινιέται, από γάιδαρο κρατιέται», συμπληρώνουν, όταν θέλουν να πουν πως είναι άσκοπο να καμαρώνει κάποιος για την άσημα καταγωγή του!

Κι όταν ο λαός πάλι θέλει να τονίσει, πως, αντί να τιμωρήσει κάποιος το φταίχτη, τιμωρεί τον αδύνατο, που δε φταίει, θα πει: «Όποιος δεν μπορεί να δείρει το γαϊδούρι, δέρνει το σαμάρι».

Ο Αίσωπος, που με τους μύθους του δίδασκε τους ανθρώπους, μνημονεύει σε πολλούς απ’ αυτούς το γάιδαρο.

Και, για να μη μείνει και το βόδι παραπονεμένο, αυτό το άκακο και πολύ χρήσιμο μηρυκαστικό, που ο άνθρωπος το τρέφει για το κρέας και το γάλα του, θα πούμε πως, μεταφορικά μπορούμε να χαρακτηρίσουμε κάποιον μαζί του, όταν είναι νωθρός, αργός στις κινήσεις του κι όχι σβέλτος, αλλά και βραδύνους ακόμα.

«Κοιμάται σαν το βόδι», λέει ο λαός, όταν κάποιος αγαπάει πολύ τον ύπνο ή «Τρώει σαν το βόδι», όταν είναι πολυφαγάς, ή κι ακόμα «Φάγαμε το βόδι κι αφήσαμε την ουρά», λέμε, προτρέποντας κάποιον που έχει διεκπεραιώσει το δυσκολότερο μέρος κάποιας υπόθεσης και σταματά, ενώ, κοντεύει να την ολοκληρώσει!

 

 

Φωτεινή Τσιτσώνη-Καβάγια