Φεβρουαρίου 12, 2026

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

Πέτρος Μπερερής: Η έννοια του ρατσισμού

Εδώ και πολύ καιρό βλέπουμε ανθρώπους άλλων φυλών να περιφέρονται μέσα στην πόλη του Μεσολογγίου, καθώς και στα γύρω χωριά.

Γνωρίζουμε ότι το ανακάτωμα των φυλών (ράτσες) είναι αναμφισβήτητο ιστορικό γεγονός. Τόσο παλιό όσο και ο άνθρωπος πάνω στη γη.

Μερικοί πιστεύουν ότι ο κίνδυνος σήμερα βρίσκεται στην ανάμειξη διαφορετικών φυλών, που βιολογικά όμως δεν έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί οποιονδήποτε κίνδυνο. Μέσα στις περίπλοκες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες των σημερινών κοινωνιών, ο ρόλος της ράτσας γίνεται ολοένα και πιο ασήμαντος. Και κάθε «φυλετική κάθαρση» είναι ουτοπία. Όπως και κάθε είδους φυλετική πολιτική, που αν δεν έχει πραγματικές βάσεις και αποτελεσματικότητα, είναι ένα σπουδαίο όπλο για την κάθε τυχοδιωκτική εθνικιστική πολιτική και την αποικιακή εκμετάλλευση.

Ετυμολογικά ο όρος «ρατσισμός» προέρχεται από την ισπανική λέξη raza και την πορτογαλική raca (13oς αιών).Η λέξη σχηματίστηκε και στις δύο γλώσσες από τα αραβικά στα οποία ras σημαίνει κεφάλι. Στους Αραβες η καταγωγή προσδιόριζε την κοινωνική τους θέση και η γνώση της καταγωγής μεταβιβαζότανε προφορικά από στόμα σε στόμα. Ο καθένας όφειλε να τη συγκρατεί στη μνήμη του, να την έχει μέσα στο «κεφάλι» του. Με το αρχικό αυτό νόημα της φυλετικής και κοινωνικής καταγωγής, η λέξη «ράτσα» πέρασε και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Οι επιστήμονες (18ος αιώνας), προσπάθησαν να προσδιορίσουν την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους και να το ομαδοποιήσουν με βάση ορισμένα βιολογικά χαρακτηριστικά (χρώμα, αποχρώσεις δέρματος, σωματότυποι κλπ)

Στα μέσα του 19ου αιώνα η επιστημονική αυτή προσπάθεια παραφθάρθηκε από τον Γάλλο βιολόγο Gobineau, ο οποίος σκεπτόμενος ιδεολογικά, πρότεινε τον μύθο της «Αριας φυλής-ράτσας». Το «άρια», προέρχεται από την σανσκριτική λέξη που σημαίνει «ευγενής». Καμιάς όμως ράτσας το αίμα δεν είναι «ανώτερον παντός άλλου». Ούτε «το άριο αίμα» των χιτλερικών που το θεωρούσαν σαν τον πολυτιμότερο θησαυρό τους. Είναι αλήθεια ότι τα περίπλοκα ιστορικά, κοινωνικά και βιολογικά συμπλέγματα των ψυχικών χαρακτηριστικών δεν αποδίδονται σε «φυλετικό» παράγοντα. Γι΄ αυτό δεν υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες φυλές, ούτε φυσικά «Καθαρές» φυλές.

Ο Γάλλος ιστορικός Fustel de Coulanges, ανασκευάζοντας την άποψη πως όλη η ιστορία της Ευρώπης από την εποχή της εισβολής των βαρβάρων ήταν ιστορία πάλης φυλών, γράφει: «Η γνώμη πως η ιστορία μας αρχίζει με μία μεγάλη εισβολή που χωρίζει από τότε τον γαλλικό πληθυσμό σε δύο άνισες ράτσες, δημιουργήθηκε τελευταία και έχει τις ρίζες της στον ανταγωνισμό των τάξεων. Βαραίνει ακόμα πάνω στη σημερινή κοινωνία. Γνώμη επικίνδυνη που σκόρπισε στα μυαλά λαθεμένες ιδέες για το πώς συγκροτούνται οι ανθρώπινες κοινωνίες και που σκόρπισε ακόμα στις καρδιές αισθήματα εκδίκησης και μνησικακίας. Τη γέννησε το μίσος και τη γεννά μονάχα το μίσος».

 

Υποστηρίζεται βέβαια, ότι οι άνθρωποι είναι άνισοι από κληρονομική άποψη, στα φυσικά και στα ψυχικά τους χαρακτηριστικά. Και είναι άνισοι μέσα στην κάθε ράτσα.

Όμως μέσα στις κοινωνικές συνθήκες δεν έχουμε τη δυνατότητα να καθορίσουμε από πριν και με αντικειμενική μέθοδο τις διαφορές που υποτίθεται πως υπάρχουν ανάμεσα στα διάφορα άτομα ή ομάδες και πολύ περισσότερο ανάμεσα στις διάφορες ράτσες. Επίσης δεν ξέρουμε σε πιο ακριβώς βαθμό οι  διαφορές αυτές μπορούν να εξουδετερωθούν ή να χρησιμοποιηθούν ωφέλιμα με μια κατάλληλη κοινωνική μέριμνα. Κι αυτό απαγορεύει να βγάλουμε ένα  αυθαίρετο ρατσιστικό συμπέρασμα. Πρέπει να υπάρχει μια έγκυρη βάση για να εκτιμήσουμε και να συγκρίνουμε την πραγματική αξία κάθε ατόμου έξω από κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που να παρέχουν σχεδόν ίσες ευκαιρίες σε όλα τα μέλη της κοινωνίας, αντί να τα τοποθετούν από τη γένεσή τους, μέσα σε τάξεις με πολύ διαφορετικά προνόμια.

Ένα άλλο εμπόδιο στη γενετική βελτίωση είναι οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που αναπτύσσουν ανταγωνισμούς ανάμεσα σε λαούς, έθνη και «ράτσες»

Ο ΟΗΕ έχει αναλάβει να προσδιορίσει τις βασικές ρίζες του ρατσισμού και να κάνει έκκληση για αλλαγές που θα είναι αναγκαίες για την αποφυγή συγκρούσεων που προκαλούνται από τον ρατσισμό ή τις φυλετικές διακρίσεις.

Αναγκαστικά η «εθνοκάθαρση» και η γενοκτονία έχουν μελετηθεί, όπως και η  θεσμοθέτηση της ξενοφοβίας καθώς πολλά κράτη εφαρμόζουν μέτρα κατά των μεταναστών εργατών. Η παγκοσμιοποίηση ασκεί νέες κοινωνικές πιέσεις, απαιτώντας καινούργιες μεθόδους για την καταπολέμηση του ρατσισμού, που είναι προκατειλημμένη στάση μιας ομάδας εναντίον μιας άλλης. Οφείλεται στην άγνοια και τα ρατσιστικά στερεότυπα που συνεισφέρουν στις αρνητικές στάσεις διαφόρων ρατσιστικών ομάδων και εμποδίζει την ανάπτυξη μιας πολιτισμικά πλουραλιστικής κοινωνίας. Βασίζεται στον παραλογισμό, στον φόβο και στην απόρριψη, ξεχωριστά για τον καθένα και για το σύνολο.

Τα βίαια ρατσιστικά επεισόδια που εξελίσσονται σε ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη, έκαναν επείγουσα την εξέταση και καταπολέμηση των συμπεριφορών που συνδέονται με ρατσιστικές ιδεολογίες, οι οποίες βασίζονται στην παραπληροφόρηση, στην προκατάληψη και στην εξάλειψη της διαφορετικότητας.

Λέγοντας προκατάληψη, εννοούμε τις στάσεις και τις γνώμες για ανθρώπους που σχηματίζονται απλά γιατί ανήκουν σε μια συγκεκριμένη θρησκεία, φυλή, εθνικότητα ή άλλη ομάδα. Περιέχει δυνατά συναισθήματα που είναι δύσκολο ν΄ αλλάξουν.

Ενα άτομο που σκέπτεται πως δεν θέλει μαύρους, αλβανούς, πακιστανούς, αφγανούς, να κατοικούν στη γειτονιά του, εκφράζει προκατάληψη. Ενώ τα στερεότυπα είναι υπεραπλοποιημένες γενικεύσεις για μια ομάδα ανθρώπων. Αν κάποιος λέει ότι όλα τα μέλη μιας συγκεκριμένης εθνικότητας, θρησκείας, φυλής ή γένους, είναι «τεμπέληδες» ή «βλάκες» εκφράζει στερεότυπη σκέψη.

Το κοινό χαρακτηριστικό όλων των απολογητών του ρατσισμού και όλων των οπαδών του «φυλετισμού», που είναι η φροντίδα κάθε φυλής για τα μέλη της και όχι η θεωρία της ύπαρξης μιας ανώτερης φυλής, είναι η προσπάθει να παρουσιάσουν πως στη βάση όλων των κοινωνικών εκδηλώσεων, τόσο στο παρόν όσο και στο παρελθόν, βρίσκεται η ύπαρξη της ράτσας.

Όλοι οι τύποι του ρατσισμού έχουν διαβρωτικά αποτελέσματα στη ζωή των ομάδων των μεταναστών και των προσφύγων μέσα στην κοινωνία και δημιουργούν πικρία και αδικία ανάμεσα στα θύματα. Πάντοτε οι διακρίσεις αποτελούν κοινωνικό πρόβλημα που απαιτεί δράση.

 

 

Δρ. Πέτρος Μπερερής

Ε.Τ. Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

Τ. Διευθυντής Σπουδών του Υπουργείου Παιδείας