Α, εγώ, τώρα π’ το βρήκα, θα παγαίνω συνέχεια στα Δημοτικά Συμβούλια! Φκιάν’ς καινούριο σ’κώτ’ εκεί μέσα.
Τεχνικό πρόγραμμα, λέει, το θέμα. Βγήκε, π’ λέτε, η Βέφα για να εξηγήσ’ τα τ’ς μαγειρικής των ...έργων και τ’ς είπε «Να, αυτό π’ κρατάτε μπροστά σας, αυτό είναι το πρόγραμμα» και μείνανε κάγκελο όλ’ με τ’ν ευφυία τ’ς. Αμ, τι περιμένατε, να σας δώσ’ και τ’ συνταγή; Ή μήπως να σας βγάλ’ λόγο;
Κι εκεί π’ περνάγαμε καλά και χαμογελάγαμε, να σ’ ο Πάνος, τσαντίστ’κε πάλι π’ δεν του εξηγούσε ο Δήμαρχος. Τα παίρν’ κι ο Δήμαρχος και τονε ρωτάει, σα το Χάρρυ Κλυν, «τι δ’λειά κάν’ς, σκάβ’ς;». «Ν’ ανακαλέσεις», λέει ο Πάνος, «δεν ανακαλώ», ματαλέει ο Δήμαρχος, κι ο Πάνος σ’κώνεται να φύγ’. Εκείν’ τ’ στιγμή ακούγεται το κορυφαίο απ’ το Δήμαρχο: «Αλογόμυγα»!
Γυρνάει ο Πάνος και τ’ λέει «Αλογόμυγες έχεις εσύ μες στο κεφάλι σου» και απήλθε οριστικώς! Δεν …απήγξατο όμως και μάλλον θα μεθοδεύ’ τ’ν καινούργια γραμμή για να τσαντίσ’ το Λύρο. Κούνια π’ σε κούναγε, Πάνο μ’! Αυτός, μανούλα μ’, δεν ιδρών’, έχ’ παρασολύσ’ απ’ τ’ δόξα και τ’ αξίωμα. Αφού έκοψε και τα χαπάκια πο ’παιρνε, γέρεψε μοναχός’ τ’!!! Η Ιατρική επιστήμ’ σ’κών’ τα χέρια ψ’λά!!!
Και για να κλείσω τα τ’ Δημοτικού Συμβουλίου, εκείν’ η συνταξιούχα λινάτσα, π’ καθόταν παραδίπλα μ’ (μη κολλήσ’ κορωνοϊό) με στραβοκοίταξε π’ γέλαγα. Κανόν’σε να σε περιαρπάξω και τότε θα πεις το Δεσπότ’, Παναγιώτ’, παλιοκηφήνα!
Ξέρ’ς πολύ καλά ποια είμαι και ξέρ’ς επίσης πόσα ξέρω για σένα.
Μην ανοίξω το στόμα μ’ μοναχά!
Αλήθεια, εκειός ο μεταγραφικός αστέρας τ’ς Κοινωφελούς απάντ’σε στο Σπανό ή μετά τα κάλαντα; Αδάμας γνήσιος. Πρώτα (φ)έσωσε τ’ς Οινιάδες με κάτ’ μύρια, τονε ’γκαινιάστ’καμε εμείς με τον Καλλικράτ’, τον έφερε ο Πάνος να κουμαντάρ’ τα οικονομικά (το ’χ’ σπουδάσ’ το αντικείμενο) και τώρα ο Λύρος να διαχειριστεί τ’ μπιο αμαρτωλή επιχείρησ’. Καλά πάτε, παιδιά! Ό,τ’ προλάβ’τε, τώρα που ’ναι νωρίς. Άμα έρθ’ η νύχτα τ’ς ανατροπής δε θα ξέρ’τε πού θα σας αδειάσ’ η καρότσα.
Ας ξαναευθυμήσουμε όμως. Τελικά ο άρχοντάς μας γράφ’ βιβλίο ολόκληρο, με τ’ς κ’ταμάρες π’ λέει συνέχεια. Τελευταίας εσοδείας το «παγωμένο παγοδρόμιο», κάτ’ σα τα «ματωμένα αίματα», π’ λέγαμε μ’κροί!
Τ’ν Κυριακή πήγε και στ’ν εκδήλωσ’ τ’ς Περιφέρειας και νόμ’σε πως τ’ν είχε οργανώσ’ αυτός κι άρχισε να τ’ς ευχαριστεί ολ’νούς:
«..είναι εκδήλωση τέχνης και συνεργασίας, που έρχεται να εμπλουτίσει το εορταστικό μας πρόγραμμα… θέλω απ’ την καρδιά μου να ευχαριστήσω (εκεί παίρν’ χαμπάρ’ πως δεν είναι δ’κή τ’ η εκδήλωσ’ και πάει να το σώσ’), να συγχαρώ και να ευχαριστήσω συνάμα… να σκεφτόμαστε τη μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης, που ήρθε ο Χριστός για να δώσει το νόημα της ζωής, να διδάξει την αγάπη με κέντρο τον άνθρωπο. Ανθρωπιά» κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Μωρέ ξάδερφε Γιάνν’, γράψ’ τα τ’, μανούλα μ’, κι άσε τα αινιγματικά ρητά στο φέις. Μην τον αφήν’ς να ρεζιλεύεται. Μοναχός τ’ δεν πρόκειται να το καταλάβ’.
Και μιας κι αναφέρθηκα στ’ν εκδήλωσ’ τ’ς Περιφέρειας, αχταρμάς μ’ φάν’κε. Μπάντα, χορωδία, μνημόσυνο, το παζάρ’ τ’ς Ελεούσας, όλα μαζί…!
Πάντως, κάτ’ με χάλαγε, μωρέ παιδιά. Κάτ’ περίεργο ακουγότανε, π’ δε μπόρ’γα να εξηγήσω. Ήταν η μπάντα, εκείν’ η χορωδία απ’ τ’ Αγρίνιο (κάπως τ’νε λέγανε που ’χε σχέσ’ με μέλια), εκειός ο νεαρούλ’ς πο ’κανε τον τραγουδιστή, το μαέστρο, τον ψάλτ’; Πού να ξέρω κι εγώ η έρ’μ’!! Μ’ φάν’κε όμως πως ο νεαρούλ’ς τον έχ’ πάρ’ ψ’λά τον αμανέ. Καλάμ’ το λέμε εδώ!
Μόνο μια σεμνή κοπέλα, π’ τραγούδ’σε μοναχή τ’ς, μ’ άρεσε, που ’χε και καλή φωνούλα.
Κι εκειά τα μεγάφωνα! Πολύ δυνατά, μωρέ παιδιά! Κ’φοί είμαστε;
Όσο για το Δέσποτα, εκειό το «όλη η Υφήλιος», που ’πε, μας έστ’λε! Δεν υπάρχ’ μ’σή, Δέσποτα μ’.
Άμα δεν έχ’ κάτ’ έκτακτο η επικαιρότητα, θα τα ξαναπούμε μετά τ’ς γιορτές. Να ’στε όλ’ καλά με τ’ς οικογένειές σας…