Στην Ελλάδα και σε πολλές άλλες χώρες η γιορτή της μητέρας γιορτάζεται την δεύτερη Κυριακή του μήνα Μάη. Οι πρώτες αναφορές για τη γιορτή της μητέρας έρχονται από την αρχαία Ελλάδα. Η μητέρα Γη (Γαία) σύζυγος του Ουρανού είναι η προσωποποίηση της φύσης, που γεννά όλο τον κόσμο και λατρεύεται σαν η υπέρτατη θεότητα. Η λατρεία περνά στη συνέχεια στην κόρη της Ρέα.
Η Ρέα λατρεύεται σαν « Η μητέρα των Θεών», καθώς φαίνεται να είναι η πρώτη που γέννησε με τοκετό και ανέθρεψε τα παιδιά της με μητρικό γάλα. Οι αρχαίοι Έλληνες απέδιδαν τιμές στη Ρέα κάθε άνοιξη. Η γιορτή της μητέρας καθιερώθηκε τον 20ο αιώνα και προέρχεται από το αγγλικό και το αμερικανικό κίνημα των γυναικών.
Στην Ελλάδα η γιορτή της μητέρας συνδέθηκε με την εορτή της Υπαπαντής ( 2 Φεβρουαρίου). Τότε η ορθόδοξη εκκλησία γιορτάζει την Παναγία με τον Ιωσήφ που πηγαίνουν τον 40ήμερο Ιησού στο Ναό για την ευλογία. Όμως κατά τη δεκαετία του 1960, ενισχύθηκε η συνήθεια, που μας ήρθε από τη Δύση, να γιορτάζεται την δεύτερη Κυριακή του Μαΐου.
Πολλοί καλλιτέχνες όπως γλύπτες, ζωγράφοι και ποιητές, ύμνησαν στα έργα τους τη μητέρα.
Στέλιος Σπεράντσας "Η μανούλα"
Ποιός την κούνια μας κουνάει,
όταν είμαστε μικράκια;
Ποιός χαμογελά στο πλάι
και γλυκά μας λέει λογάκια
και τον ύπνο προσκαλεί;
Η μαμά μας η καλή!
Τα μαλλιά μας ποιός χτενίζει;
Ποιός μας καμαρώνει, αλήθεια;
Ποιός παιχνίδια μας χαρίζει;
Ποιός μας λέει τα παραμύθια στη φωτίτσα μας σιμά;
Η γλυκιά μας η μαμά!
Κι όταν κάποτε ένα στόμα κάτι με θυμό μας λέει
κι όταν παρακούμε ακόμα,
ποιός πονεί
και σιγοκλαίει
κι έχει πίκρα στην καρδιά;
Πάντα η μάννα μας, παιδιά!
Κική Δημουλά "Το μικρό μου παιδί"
Το μικρό μου παιδί
σοβαρή αταξία έκανε πάλι.
Στο πεζούλι του σύμπαντος σκαρφάλωσε,
σκούντησε με το χέρι του
το κρεμασμένο στον τοίχο τ’ ουρανού κόκκινο πιάτο,
κι έχυσε όλο το φως επάνω του.
Ο Θεός απόρησε
που είδε τον ήλιο ντυμένο ρούχα παιδικά
να κατεβαίνει τρέχοντας της φαντασίας μου τη σκάλ
α και να έρχεται σε μένα.
Κι εγώ κάθομαι τώρα
και μαλώνω αυστηρά
το μικρό μου παιδί,
ενώ κλέβω κρυφά
τον χυμένο επάνω του ήλιο
"Μητέρα μου", Μαρία Πολυδούρη
Μητέρα μου, πόσο φρικτά βαραίνει
ἡ μοίρα σου στὸ νεανικό μου στῆθος.
Ὅλοι μου οἱ πόνοι καταφεύγουν πλῆθος
γύρω στὴ θύμησή σου ποὺ πικραίνει.
Ἐμένα, ποὺ σὲ δέχτηκα εὐλογία
κ᾿ ἔγινα τὸ θαυμάσιο ὁμοίωμά σου,
ἂς μὲ δεχτῆ σὰ νἆμαι ἁμάρτημά σου
ἡ μνήμη σου, μαρτυρικὴ κι᾿ ἁγία.
Στὴ μοίρα σου, ποὺ γνώρισα σὲ μένα,
τὴ σπαραγμένη σκέψη μου προσφέρω.
Μὰ στὴν καρδιά μου μόνο ἐγὼ
θὰ ξέρω πόσους μετροῦν νεκροὺς τἀγαπημένα.
Μητέρα μου, πόσο μου λείπεις τώρα ποὺ πνιχτικό,
βαθὺ σκότος θὰ γίνῃ
στὴ μάταιη ζωή μου ποὺ ὅλο σβήνει...
Ἄχ, πώς μου λείπεις σὲ μία τέτιαν ὥρα.









