Το Λεβεντοπανηγύρι του Αη Συμιού της Φωτεινής Τσιτσώνη - Καβάγια

(Από το αρχείο του Αριστείδη Ξ. Καβάγια και το βιβλίο του «Στο πανηγύρι τ’Αη-Συμιού»)

 

Πολύ πρωί, τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος, πενήντα μέρες μετά από το Πάσχα, αντιλαλεί η πλαγιά του Αράκυνθου απ’τη γλυκόλαλη καμπάνα της εκκλησιάς του Αη- Συμιού, εννιά χιλ. βόρεια της Ι.Π. του Μεσολογγίου, που σημαίνει χαρμόσυνα. Κι ενώ η Θ. Λειτουργία που ακολουθεί είναι κατανυκτική, η μικρή και ιστορική εκκλησιά γεμίζει ασφυκτικά από πανηγυριστές και από προσκυνητές, που, την παρακολουθούν με τον αρμόζοντα σεβασμό και απόλυτη ευλάβεια, συμμετέχοντας σ’αυτή.

Οι μέρες της Πεντηκοστής, του Αγίου Πνεύματος και της Αγίας Τριάδας, είναι οι μέρες που το Μεσολόγγι γιορτάζει το πανηγύρι του Αγίου Συμεών, ένα από τα πιο ωραία παραδοσιακά πανηγύρια της πατρίδας μας, μοναδικό και ανεπανάληπτο, που γιορτάζεται δυο φορές το χρόνο στην πόλη μας.

Στις 2 και 3 Φεβρουαρίου, γιορτή της Υπαπαντής και του Αγίου Συμεών, είναι ο χειμωνιάτικος γιορτασμός του, και της Πεντηκοστής, η γιορτή είναι μεγαλόπρεπη και τριήμερη, δηλ., την Κυριακή της Πεντηκοστής, τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος και την Τρίτη, της Αγίας Τριάδας.

Και τα δυο πανηγύρια είναι εξίσου παλιά και αποτελούν συνέχεια του πανηγυριού των Μεσολογγιτών από τα χρόνια της τουρκοκρατίας, όπου, καμιά χρονιά δεν πέρασε δίχως το Μεσολόγγι να το γιορτάσει, να γιορτάσει το δικό του πανηγύρι, το πανηγύρι της λεβεντιάς. Κι ήταν τότε, στα δύσκολα εκείνα χρόνια της σκλαβιάς, που, κρυφά, τέτοιες μέρες, κινούσαν πολλοί μαζί, οι αγωνιστές της λευτεριάς, κι ανέβαιναν στο μοναστήρι του Αη- Συμιού, ένα μοναστήρι του 18 ου αι.(1740), εκεί, στην πλαγιά του Αράκυνθου ή Ζυγού, όπου, στο χώρο αυτόν, με το πρόσχημα του γλεντιού, αντάμωναν με τους κλέφτες του βουνού, κι όπου, κάτω από τη σκιά των δασιών πλατανιών, ξεχνούσαν για λίγο τα βάσανά τους, κουβέντιαζαν, έτρωγαν, τραγουδούσαν, ξεκουράζονταν στων φύλλων τη στρωμνή κι έπαιρναν και τις μεγάλες τους αποφάσεις στα κρυφά για τη συνέχιση του αγώνα. Ύστερα, για να εξασκηθούν στην τέχνη του πολέμου, διάλεγαν μια μεγάλη πλάτη απ’ τα σφαχτά τους κι από απόσταση περίπου διακοσίων βημάτων, άρχιζαν τη σκοποβολή, ενώ στη συνέχεια ακολουθούσαν κι άλλα αθλήματα, όπως πήδημα και δισκοβολία.

Άλλωστε, το ίδιο αυτό μοναστήρι υπήρξε κι ο τόπος συνάντησης των Εξοδιτών κατά τη νύχτα του χαλασμού (10 Απριλίου 1826), όσοι δηλ. απ’αυτούς θα κατάφερναν να σωθούν, θα αντάμωναν εκεί. Από το μοναστήρι αυτό πήρε και το όνομά του το πανηγύρι και δέθηκε άρρηκτα με την ιστορία της πόλης.

Μετά την απελευθέρωση οι Μεσολογγίτες δημιούργησαν ένα πανηγύρι με νέα μορφή, με πολυσύνθετο ιστορικό, θρησκευτικό και κοινωνικό χαρακτήρα, ένα πανηγύρι με πλούσιο λαϊκό χρώμα και ξεχωριστή λαογραφική σημασία, αληθινή τελετή και μνημόσυνο της λεβεντιάς, ένα ηρωικό τραγούδισμα του ακοίμητου πόθου της λευτεριάς, με γλέντι και  κατάνυξη! Και το γιόρταζαν περισσότερο πανηγυρικά, με περισσότερη λαμπρότητα και πατριωτική έξαρση, αφού, το είχαν συνδέσει με την πικρή θύμηση του χαλασμού των Βαγιών του 1826, επειδή, εκεί γράφτηκε ο τραγικός επίλογος της Εξόδου, εκεί, στη «χαράδρα των νεκρών», όπου σήμερα δεσπόζει ο μεγάλος άσπρος σταυρός στη μνήμη των Εξοδιτών, εκεί, σ’αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου, εκεί , όπου αντί για τα στρατεύματα του ΚαραΪσκάκη, όπως είχαν συμφωνήσει, τους περίμεναν οι εχθροί, εκεί, όπου σχεδόν όλοι τους βρήκαν θάνατο μαρτυρικό!

Και στο πανηγύρι αυτό των αρματωμένων, που είναι μια μεγάλη γιορτή του Μεσολογγιού, συμμετέχει όλος ο κόσμος πλάι στις παρέες των αρματωμένων και των καβαλάρηδων, αφού οι Μεσολογγίτες που παίρνουν μέρος σ’αυτό είναι χωρισμένοι σε δυο τάξεις, τους αρματωμένους και τους καβαλαραίους. Οι αρματωμένοι άντρες ντύνονται όπως οι παλιοί

Κλέφτες και αγωνιστές. Τα ρούχα και τα άρματα του Αη-Συμιώτη δεν έχουν όμοιό τους σε κανένα ανάλογο πανηγύρι πουθενά στην Ελλάδα, ενώ οι καβαλάρηδες είναι ως επί το πλείστον νέοι, που ιππεύουν άλογα ζωηρά.

Κι αστράφτουν στο φως του ήλιου οι καλογυαλισμένες ασημένιες παλάσκες τους, τα κιουστέκια, τα φυσεκλίκια και τα όπλα, οι κουμπούρες τους, το χαρμπί, η πάλα τους.

Πολλά απ’αυτά τα άρματα είναι αυθεντικά, που, κάποιες παλιές μεσολογγίτικες οικογένειες φυλάσσουν ως κειμήλια από την εποχή του αγώνα και τα διατηρούν με ευλάβεια και περηφάνια μαζί, ενώ πάνω απ’τις λευκές χασεδένιες πουκαμίσες τους, με τα φαρδιά μανίκια σφίγγουν το μαύρο ντουλαμά, το μαύρο τσόχινο επενδύτη τους. Στη μέση ζώνουν το δερμάτινο σελάχι, που, μέσα στις θήκες του περνούν τα όπλα τους, ενώ, στο κεφάλι στεριώνουν τη μαύρη ή κόκκινη σκούφια τους. Η φορεσιά του αρματωμένου συμπληρώνεται από τις λευκές κάλτσες ή σκάλτσες, στις οποίες δένουν μαύρες σκαλτσοδέτες, ενώ, τα τσαρούχια τους είναι δερμάτινα από μαύρο ή κόκκινο χρώμα με μαύρες φούντες.

Οι καβαλάρηδες είναι ως επί το πλείστον νέοι, που ιππεύουν άλογα ζωηρά, όπως προαναφέρθηκε, και ακολουθούν τους αρματωμένους, εκδηλώνοντας έτσι το σεβασμό τους στις παραδόσεις του τόπου μας.

Η προετοιμασία του πανηγυριού που είναι πραγματική ιεροτελεστία αρχίζει απ’ τη γιορτή της Αναλήψεως, δέκα μέρες πριν από την Πεντηκοστή, όπου οι παρέες τακτοποιούν μεταξύ τους τους ρεφενέδες. Την Κυριακή της Πεντηκοστής ως το δειλινό, αρματωμένοι και καβαλαραίοι γυρίζουν μέσα στην πόλη, όπου οι δρόμοι τους αντηχούν από τα παδοβολητά των αλόγων, ενώ, οι ζουρνάδες (πίπιζες), και τα νταούλια (τούμπανα), δίνουν πανηγυρική όψη στην πόλη.

 

Στον Αη-Συμιό στον πλάτανο

να ρίξω και μια κουμπουριά,

να πέσουν ούλα τα κλαριά,

Αη-Συμιέ μου, πλάτανε…

 

Ο πρώτος της κάθε παρέας, τη μέρα της Κυριακής με τα όργανά του, που δεν παύουν να παίζουν, επισκέπτεται τα σπίτια των αρματωμένων της παρέας του, που, σιγά σιγά συμπληρώνεται, ενώ το σπίτι του αρχηγού, του καπετάνιου, το φυλάνε για το τέλος και σε κάθε ένα από αυτά όλοι κερνιούνται ούζο και ραβανί.

Το δειλινό, οι πανηγυριστές συγκεντρώνονται στον Άγιο Σπυρίδωνα, τη Μητρόπολη της πόλης, προσκυνούν, παίρνουν τη σημαία του Συλλόγου των Αη-Συμιωτών από τον ιερέα του Ναού και με επικεφαλής το Σημαιοφόρο που κρατεί τη σημαία του Νότη Μπότσαρη, κατευθύνονται προς τον Κήπο των Ηρώων, όπου, μπροστά στον Τύμβο των αγωνιστών ψάλλεται επιμνημόσυνη δέηση.

Ύστερα, οι παρέες ξεκινούν όλες μαζί για το μοναστήρι. Μπροστά, δυο αρματωμένοι κρατούν το δίσκο με τα κόλλυβα για το μνημόσυνο των πεσόντων κατά την Έξοδο. Η όλη αυτή εικόνα ζωντανεύει κάτι από τη νύχτα του χαλασμού», ενώ οι πολυάριθμοι θεατές που είναι συγκεντρωμένοι στου δρόμου τις πλευρές τους επευφημούν και τους δίνουν ευχές.

Έτσι προχωρούν χορεύοντας με τα νταούλια, σηκώνοντας τα χέρια ψηλά και φωνάζοντας «όπα- όπα», που σημαίνει πως είμαστε ελεύθεροι και διασκεδάζουμε και δε φοβούμαστε τον εχθρό!

Φτάνοντας στο εικόνισμα του Αη –Γιάννη πεζοί κι αρματωμένοι επιβιβάζονται σε αυτοκίνητα και κατευθύνονται στον Αη-Συμιό, όπου όλη τη νύχτα παρέες παρέες, τρώνε πίνουν και γλεντούν. Οι πανηγυριστές εκστασιάζονται κάτω από τους ήχους της πίπιζας και του νταουλιού και με μοναδικό παλμό και ηθοποιία κάποιος από τις παρέες χορεύει το «χορό του πεθαμένου», ένα χορό βαθιά ριζωμένο στις ρίζες της φυλής, ένα δρώμενο, κατά το οποίο πιστεύεται πως ξαναζωντανεύει τα χρόνια της σκλαβιάς και το θέμα του αναφέρεται στη φιλία, και στο σφιχταγκάλιασμα της ζωής και του θανάτου. Άλλα δρώμενα είναι και το « χελάκι ή αλυσίδα», το « τρίψιμο του πιπεριού», η « καρακάξα», όπου οι αρματωμένοι και οι καβαλάρηδες συμμετέχουν με μοναδική χορευτική δεινότητα εκφράζοντας έτσι την αγάπη τους στο χορό αλλά και στο τραγούδι!

Το πρωί της Δευτέρας του Αγίου Πνεύματος, η μικρή καμπάνα του μοναστηριού τους καλεί όλους να παρακολουθήσουν την αρχιερατική θεία λειτουργία με τη συμμετοχή των τοπικών αρχών, στρατιωτικών και πολιτικών. Μετά, όλοι κινούν σιωπηλοί για το μνημόσυνο των Εξοδιτών, στον τόπο του μαρτυρίου, στο μεγάλο Σταυρό, εκεί στη «χαράδρα των νεκρών», εκεί, όπου οι εχθροί κατά την πληροφορία που είχαν, περίμεναν τους Εξοδίτες να τους αποτελειώσουν. Ύστερα, όλοι γυρίζουν στο μοναστήρι και κάτω απ’τα πλατάνια ανάβουν φωτιές. Τα αρνιά ψήνονται στις σούβλες. Το μεσημέρι αρχίζει το φαγοπότι και το γλέντι μέχρι το δειλινό, οπότ,ε ετοιμάζονται ξανά για το γυρισμό στην πόλη.

Στην επιστροφή ακολουθούν άλλο δρόμο, μέσα από λιοστάσια και τα περιβόλια, όπου, είχε στρατοπεδεύσει ο στρατός του Κιουταχή, του Ομέρ Βρυώνη και του Ιμπραήμ και όπου στην περιοχή του Αγίου Αθανασίου πλήθος Μεσολογγιτών τους περιμένει. Και μοιάζουν πραγματικά οι πανηγυριστές με τη «φάλαγγα των νέων Εξοδιτών», όπου, μαζί με το πλήθος του κόσμου κατευθύνεται στην πόλη, εκεί, που το γλέντι θα συνεχιστεί όλο το βράδυ με τη συμμετοχή των Μεσολογγιτών και εκατοντάδων ξένων και επισκεπτών, που συγκεντρώνονται στην πλατεία των Πέντε Πρωθυπουργών και στην ψαραγορά.

Την Τρίτη γιορτάζει η αγία Τριάδα, το ιστορικό εκκλησάκι της θρυλικής Κλείσοβας, που στις 25 του Μάρτη του 1826, « ξευτέλισε» κυριολεκτικά τις στρατιές των Τούρκων και των Αιγυπτίων. Οι αρματωμένοι και οι επισκέπτες διασχίζουν με γαϊτες και πριάρια τη χιλιοτραγουδημένη λιμνοθάλασσα και βγαίνουν στο νησί του «Πάνου Σωτηρόπουλου και του Κίτσου Τζαβέλα», για να ανάψουν το κεράκι τους και να προσευχηθούν, ενώ, στη συνέχεια το γλέντι συνεχίζεται για όλο το βράδυ καθώς επιστρέφουν στην πόλη.

Τα κύρια στοιχεία του πανηγυριού που παρέμειναν απόλυτα ανόθευτα ως σήμερα είναι τα όργανα και τα τραγούδια του. Οι οργανοπαίκτες είναι τσιγγάνοι, που μαθαίνουν ζουρνά και νταούλι από γενιά σε γενιά πρακτικά.

Από τα τραγούδια του, γνήσια δημοτικά και ατόφια στο χρόνο, πολλά είναι τοπικά, καθαρά μεσολογγίτικα και τραγουδιούνται για πολλές γενιές με τον ίδιο «Αη-Συμιώτικο» τρόπο.

Στα μεταεπαναστατικά χρόνια μοναδική περίπτωση ματαίωσης του πανηγυριού υπήρξε η χρονιά του 1877, λόγω του γενικού πένθους από τον πρόσφατο τότε θάνατο του Μεσολογγίτη πρωθυπουργού, Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, περιστατικό, που απομνημονεύτηκε στην αθηναϊκή εφημερίδα, με τίτλο «Εφημερίς», της 20ής Μαϊου 1879, ως εξής: «Κατά τα εν Μεσολογγίω τηλεγραφήματα, ζωηρά και πάγκοινος εξακολουθεί η θλίψις της πόλεως και της επαρχίας εκείνης, επί τη στερήσει του μεγαλόφρονος και μεγαλοπράγμονος Επαμεινώνδα Δεληγιώργη. Τα καταστήματα πάντα, διατελούσι περικεκαλυμμένα πενθίμως. Τη απαιτήσει των πολιτών απηγόρευσεν επισήμως η Δημοτική Αρχή εφέτος τας εκεί πανηγύρεις του Αγίου Συμεώνος και της Αγίας Τριάδος, συμπιπτούσας την 22αν και 23 ην τρέχοντος μηνός».

Το κλίμα της λεβεντιάς και της σύνδεσης του πανηγυριού με τον αγώνα του 21 αλλά και με το ιστορικό μοναστήρι του Αγίου Συμεών μας δίνουν οι στίχοι ενός απ’τα επιτραπέζια τραγούδια που τραγουδιούνται από τις παρέες :

Πάλε καλές αντάμωσες πάλε ν’ανταμωθούμε,

στον Αη – Συμιό στον πλάτανο και στην κρύα βρυσούλα,

πόχουν οι κλέφτες σύναξη, έχουνε πανηγύρι, έχουν αρνιά και ψένουνε, κριάρια σουβλισμένα, έχουν κι ένα γλυκό κρασί από το μοναστήρι.

«Καλές αντάμωσες όλων των Μεσολογγιτών στο πανηγύρι του Αη-Συμιού!»