Σχολεία στην Αιτωλοακαρνανία χωρίς ψυχολόγους – Η βία γίνεται καθημερινότητα

 

 

Αν και τον τελευταίο καιρό η οπαδική βία, δυστυχώς «πρωταγωνιστεί», με τραγικά αποτελέσματα όπως ο θάνατος του 31χρονου αστυνομικού,  η ανάπτυξη βίαιων και εκφοβιστικών συμπεριφορών στα σχολεία από τους μαθητές υποβόσκει.

Φαινόμενα ενδοσχολικής βίας υπάρχουν πλέον πολύ συχνά και οι «προεκτάσεις» τους είναι πολλές και προς πολλές κατευθύνσεις, ακόμη και με ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις.

Απέναντι σ αυτή την κατάσταση οι εκπαιδευτικοί, ανεξαρτήτως βαθμίδας, είναι σχεδόν «αθωράκιστοι» και κατά κύριο λόγο μόνοι τους επιχειρούν να ενημερωθούν και να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους για το πώς θα πρέπει να διαχωριστούν σωστά μια εκφοβιστική ή βίαιη συμπεριφορά ενός μαθητή ή και περισσότερων, ώστε η παρέμβαση τους να είναι στοχευμένη και αποτελεσματική προς όφελος τόσο του θύματος, όσο και του θύτη, αλλά και γενικότερα του σχολικού περιβάλλοντος.

Μάλιστα, το ζήτημα είναι πολυπαραγοντικό και «εμπλέκονται» τα παιδιά, οι εκπαιδευτικοί, αλλά και οι γονείς, σε μεγάλο μάλιστα βαθμό, εκουσίως ή ακουσίως.

Οι εκπαιδευτικοί μόνοι τους, με πρωτοβουλία τους και με ίδια μέσα, με την ανάλογη δηλαδή οικονομική επιβάρυνση, επιχειρούν να επιμορφωθούν πάνω στο ζήτημα αυτό, ενώ παράλληλα «φωνάζουν» για την ανάγκη στελέχωσης όλων των σχολείων με ψυχολόγους ή κοινωνικούς λειτουργούς, οι οποίοι έχουν την κατάλληλη επιστημονική επάρκεια για να παρέμβουν σε κάθε ζήτημα.

Η Πρόεδρος του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Αγρινίου – Θέρμου «Κοσμάς ο Αιτωλός», Μάρθα Σαράκη μιλώντας στη «Σ» επεσήμανε:

Η Μάρθα Σαράκη

«το Υπουργείο Παιδία δεν προσφέρει πολλές και ξεκάθαρες επιμορφώσεις επί του ζητήματος των εκφοβιστικών ή των βίαιων συμπεριφορών των παιδιών. Οι περισσότερες επιμορφώσεις που διαθέτει αφορούν κυρίως τα νέα τεχνολογικά μέσα, τα προγράμματα εκπαίδευσης, τα προγράμματα Erasmus, την κοινωνικότητα των εκπαιδευτικών κλπ.

Υπάρχουν αφίσες για το ζήτημα που διανέμονται στα σχολεία, οι οποίες δείχνουν ενδιαφέρον σχετικά με την ενημέρωση, αλλά από εκεί και έπειτα είναι στο χέρι του κάθε εκπαιδευτικού ξεχωριστά να ενημερωθεί, να επιμορφωθεί και γενικότερα να ασχοληθεί περεταίρω.

Ένα θετικό βήμα που έγινε από το Υπουργείο Παιδείας είναι ότι δεν χρειάζεται πλέον υπεύθυνη δήλωση από τους γονείς για να μπορέσει ένας σχολικός ψυχολόγος να μιλήσει με κάποιο παιδί, όταν θεωρεί ότι πρέπει να το κάνει. Υπήρχαν εμπόδια νωρίτερα.

Οι εκπαιδευτικοί μπορεί να αντιλαμβανόμασταν ή να βλέπαμε κάτι και να χρειάζονταν να έρθει σε επαφή με το παιδί ο σχολικός ψυχολόγος, αυτό όμως συνέβαινε μόνο, αν υπήρχε η συγκατάθεση του γονέα.

Πλέον το πρόβλημα είναι πως δεν είναι στελεχωμένα με ψυχολόγο ή κοινωνικό λειτουργό όλα τα σχολεία, συνεπώς δεν μπορούν να γίνουν ουσιαστικά βήματα, όπως επίσης πρόβλημα είναι όταν υπάρχει ψυχολόγος έχει υπό την ευθύνη του σίγουρα πέντε σχολεία. Πραγματοποιεί δηλαδή επίσκεψη μια φορά την ημέρα σε κάθε σχολείο. Όταν μάλιστα αναλογιστεί κανείς ότι το κάθε σχολείο διαθέτει πάνω από 150 παιδιά είναι δύσκολο να ανταποκριθεί κανείς στις απαιτήσεις.

Η ύπαρξη ψυχολόγου σε κάθε σχολείο θα βοηθούσε ουσιαστικά και τους εκπαιδευτικούς, καθώς θα είχαν τη δυνατότητα να τον συμβουλευτούν, να του ζητήσουν κατευθύνσεις.

Πολλές φορές χρειάστηκε να αναζητήσουμε βοήθεια από κάποιον ειδικό, ώστε να μπορέσουμε να διαχωριστούμε σωστά διάφορες καταστάσεις, αλλά χρειάστηκε να τον αναζητήσουμε μόνοι μας, με δική μας πρωτοβουλία και με ίδια μέσα.

Θα πρέπει επίσης να υπάρχει συνεργασία των γονέων με τους εκπαιδευτικούς. Ο γονιός θα πρέπει να είναι δεκτικός και ο εκπαιδευτικός εκπαιδευμένος για να υπάρξει ουσιαστικό αποτέλεσμα. Χρειάζεται όμως επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, η οποία θα φέρει και την εκπαίδευση των γονέων.

Χρειάζεται βέβαια και πολύ προσοχή στα παιδιά, διότι όταν συμβαίνουν τέτοια περιστατικά τα παιδιά σημαίνει πως θέλουν κάτι να «επικοινωνήσουν» και να «φωνάξουν».

Συντονισμένες ενέργειες από το Υπουργείο για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών πάνω στο ζήτημα εκφοβιστικών και βίαιων συμπεριφορών στα σχολεία μας από τους μαθητές δεν υπάρχουν ακόμη, ενώ θα έπρεπε.

Ένα βήμα που θα μπορούσε να γίνει, μετά από το πρώτο που έγινε και αφορά τη μη ανάγκη συναίνεσης των γονέων για την επαφή του παιδιού τους με τον ψυχολόγο, είναι η στελέχωση των σχολείων με ψυχολόγους.

Δεν είμαι μόνο το θέμα ότι μπορεί να υπάρχουν μαθητές σε ένα σχολείο με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, συνεπώς να υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη για ψυχολόγο, αλλά το ζήτημα είναι ότι όλα τα σχολεία έχουν ανάγκη ψυχολόγου, διότι αρκετά είναι τα παιδιά που αντιμετωπίζουν δυσκολίες και αυτές τις δυσκολίες μπορεί να τις εξωτερικεύουν ασκώντας βία σε συμμαθητές τους ή εκδηλώνοντας άσχημες αντιδράσεις προς τον εαυτό τους, ενώ οι δάσκαλοι δεν είμαστε παντογνώστες.

Το καλό είναι ότι το Κέντρο Πρόληψης «ΟΔΥΣΣΕΑΣ» παρέχει ενημέρωση και ψυχολογική υποστήριξη στους εκπαιδευτικούς αν του ζητηθεί, αλλά αυτό δεν σχετίζεται σε καμία περίπτωση με το Υπουργείο Παιδείας, αλλά με την πρωτοβουλία που θα πάρει ο εκπαιδευτικός».

Ο Πρόεδρος της Β ΕΛΜΕ Αιτωλοακαρνανίας Βαγγέλης Τσούκας μιλώντας στη «Σ» επί του θέματος τόνισε:

Ο Βαγγέλης Τσούκας

«υπήρχε προ ημερών ένα φαινόμενο βιαιοπραγίας μαθητών σε ένα Λύκειο της ευρύτερης περιοχής, αλλά επιλύθηκε από το Διευθυντή του σχολείου με την συνεργασία και την υποστήριξη του συλλόγου διδασκόντων και των γονέων του μαθητή.

Η βία όμως στα σχολεία είναι ένα φαινόμενο που παρουσιάστηκε τα τελευταία χρόνια και αυξήθηκε ιδιαίτερα μετά την πανδημία. Οι λόγοι που δημιουργούνται στο σχολείο φαινόμενα βίαιων ή και εκφοβιστικών συμπεριφορών είναι κατά την άποψή μου αρκετοί. Ένας λόγος μπορεί να είναι διότι τα παιδιά αυτά ίσως να δέχονται βία από το οικογενειακό τους περιβάλλον ή ίσως οι μαθητές που εκφοβίζουν και ασκούν βία προς τους συμμαθητές τους θέλουν να νιώσουν ανωτερότητα στο σχολικό περιβάλλον και το κάνουν για επίδειξη δύναμης, άλλωστε καλλιεργούνται τέτοια πρότυπα από τα ΜΜΕ.

Ένας ακόμη λόγος που συμβαίνουν τα φαινόμενα εκφοβισμού ή άσκησης βίας από μαθητές μπορεί να είναι ότι επειδή δεν διαθέτουν στα μαθήματά τους καλές επιδόσεις καταφεύγουν σε αυτές τις μεθόδους για να τραβήξουν την προσοχή ή να τύχουν αποδοχής από μέρος των συμμαθητών τους, ενώ δεν αποκλείεται να υπάρχουν και λόγοι ζήλιας απέναντι σε έναν ή και περισσότερους συμμαθητές τους.

Επίσης, μαθητές ασκούν βία σε συμμαθητές τους με κάποια ίσως ιδιαιτερότητα ή σε άλλους που είναι πράοι χαρακτήρες, άλλης εθνικότητας κλπ, χωρίς όμως να αντιλαμβάνονται ότι έχουν ρατσιστικά κίνητρα.

Πρέπει να υπάρχει συνεργασία εκπαιδευτικών και γονέων και μαθητών και η διαμόρφωση του κατάλληλου κλίματος, το οποίο να στηρίζεται στο διάλογο και την εμπιστοσύνη. Στο πλαίσιο αυτό προσπαθούμε να πραγματοποιούμε ενημερώσεις προς τους γονείς.

Μια φορά το χρόνο τουλάχιστον γίνεται με την υπόδειξη του Υπουργείου Παιδείας δράσεις για τον σχολικό εκφοβισμό. Υλοποιούνται ημερίδες, προβάλλονται ταινίες στους μαθητές και πραγματοποιούνται εναλλακτικές δραστηριότητες για να ενημερωθούν οι μαθητές.

Σε αρκετές σχολικές μονάδες υπάρχουν ψυχολόγοι ή κοινωνικοί λειτουργοί, οι οποίοι εντοπίζουν περιστατικά βίας και σχετικά περιστατικά. Επίσης, παρακολουθούν πως κινούνται οι μαθητές σε επίπεδο τάξης και με τη συναίνεση του γονέα ο ψυχολόγος μπορεί να κάνει συζήτηση με το μαθητή.

Σε επίπεδο επιμόρφωσης πάνω σε ζητήματα εκφοβιστικών και βίαιων συμπεριφορών στα σχολεία μας από τους μαθητές αρκετά σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης λαμβάνουν πρωτοβουλία και διοργανώνουν σεμινάρια επιμόρφωσης για τους εκπαιδευτικούς της σχολικής τους μονάδας, ενώ και οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί με ίδια μέσα, προσωπική τους δηλαδή οικονομική επιβάρυνση, πραγματοποιούν πολλά σεμινάρια σχετικά με την σχολική βία και τις προεκτάσεις της, ενώ πλέον τα περισσότερα μεταπτυχιακά των εκπαιδευτικών αφορούν την διαχείριση τέτοιων κρίσεων στα σχολεία, ώστε να νιώσουν οι εκπαιδευτικοί ενδυναμωμένοι.

Όλα αυτά όμως σχετικά με την επιμόρφωση σε θέματα βίας και διαχείρισης κρίσεων στο σχολείο αφορούν καθαρά την πρωτοβουλία των εκπαιδευτικών. Το θετικό επίσης είναι πως πλέον οι εκπαιδευτικοί μέχρι 50 – 55 ετών περίπου διαθέτουν σχεδόν σίγουρα δύο μεταπτυχιακά πάνω στο ζήτημα αυτό, ενώ είναι σε διαδικασία συνεχούς επιμόρφωσης μέσα από την παρακολούθηση σεμιναρίων, τα οποία όμως τα παρακολουθούν με ίδια μέσα, όπως προαναφέραμε.

Ζήτημα είναι πως οι ψυχολόγοι και οι κοινωνικοί λειτουργοί που εργάζονται σε σχολεία έχουν τη δυνατότητα να επισκέπτονται μόνο μια φορά την εβδομάδα την εκάστοτε σχολική μονάδα, διότι αναλαμβάνουν υποχρεωτικά πολλά σχολεία.

Στο πλαίσιο της εκάστοτε επίσκεψης υπάρχουν 2 με 3 ραντεβού είτε με μαθητές, είτε με γονείς μαθητών ή διαφορετικά μπορεί κατά την επίσκεψή του ο ψυχολόγος να κάνει μια ομιλία στους μαθητές ή σε μια ομάδα μαθητών για ένα συγκεκριμένο ζήτημα.

Συνεπώς, τα περιθώρια είναι στενά και η ανάγκη για στελέχωση με ψυχολόγους ή κοινωνικούς λειτουργούς όλων των σχολείων είναι πολύ μεγάλη, καθώς η όποια ενημέρωση και γνώση διαθέτει ο εκάστοτε εκπαιδευτικός πάνω στο ζήτημα των εκφοβιστικών και βίαιων συμπεριφορών στα σχολεία από μαθητές την αποκτά μετά από δική του πρωτοβουλία και φυσικά με την ανάλογη οικονομική επιβάρυνση».

Κωνσταντίνος Χονδρός – Εφημερίδα “Συνείδηση”